Πάνε είκοσι χρόνια που οι αγρότες, συχνά-πυκνά, αφήνουν το χωράφι και ψάχνουν το δίκιο τους στην άσφαλτο, κλείνοντας τους δρόμους. Σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός της χώρας μειώθηκε στο ένα τρίτο. Τα χρέη τους και τα έξοδά τους τα παραγωγικά πολλαπλασιάστηκαν, τα έσοδά τους χρόνο με τον χρόνο μειώνονται, η αγροτιά σβύνει και μαζί της κι η ύπαιθρος...

Χωρίς αγροτιά  η Ελλάδα θα σβύσει


Πάνε είκοσι χρόνια που οι αγρότες, συχνά-πυκνά, αφήνουν το χωράφι και ψάχνουν το δίκιο τους στην άσφαλτο, κλείνοντας τους δρόμους. Σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός της χώρας μειώθηκε στο ένα τρίτο. Τα χρέη τους και τα έξοδά τους τα παραγωγικά πολλαπλασιάστηκαν, τα έσοδά τους χρόνο με τον χρόνο μειώνονται, η αγροτιά σβύνει και μαζί της κι η ύπαιθρος. Η κραυγή της απόγνωσής τους σπάνια φτάνει στο γραφείο και στο διαμέρισμα του αστού, που δεν έχει καταλάβει, παραζαλισμένος ως είναι, ότι τα πόδια του που τον ενώνουν με την γη είναι οι αγρότες. Και μέχρι πρότινος, ο κάτοικος της πόλης έβριζε λάθος στόχο όταν πλήρωνε την ντομάτα ενάμισυ και δύο ευρώ το κιλό.

Από την είσοδο της Ελλάδας στην τότε Ε.Ο.Κ., κανένα κυβερνητικό στόμα δεν είπε στους αγρότες την αλήθεια. Το τρισκατάρατο «πολιτικό κόστος» φιμώνει τη φωνή της αλήθειας. Και κανείς, εκτός από την περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου, δεν πρόσεξε την αγροτιά. Έστω παρακάνοντάς το, έστω λαϊκίζοντας, έστω κρύβοντας τα προβλήματα κάτω από το χαλί, το τότε ΠΑ.ΣΟ.Κ. αγκάλιασε τον αγρότη. Στήθηκαν τότε κι ενισχύθηκαν και οι πρώτοι συνεταιρισμοί. Τους δόθηκαν και πόστα στην Κεντρική Λαχαναγορά. Οι Ένοπλες Δυνάμεις αγόραζαν μόνο από αυτούς. Το πλεόνασμα της παραγωγής στα φρούτα, γινόταν χυμός και κομπόστες και μοιραζόταν δωρεάν στα σχολεία.

Αλλά το όνειρο δεν κράτησε πολύ. Οι μεσάζοντες ήταν «πολύ σκληροί για να πεθάνουν». Και πολύ δικτυωμένοι. Τα τσιράκια τους μπήκαν μέσα στους συνεταιρισμούς και τους διέλυσαν. Είχαν την υπόσχεση από τους μαφιόζους που αισχροκερδούν, πουλώντας πανάκριβα τον ιδρώτα των εργατών της γης: «Όταν τα πράγματα ξαναγίνουν όπως πρέπει, εσένα θα σε θυμηθώ. Των άλλων η σοδειά θα σαπίσει στο χωράφι».

Από κει και πέρα κι ενώ γινόταν χρόνο με τον χρόνο φανερή η πρόθεση του αγροτικού διευθυντήριου των Βρυξελλών για μείωση του αγροτικού πληθυσμού σε όλη την Ευρώπη-και ιδιαίτερα στη νότια-οι εδώ κρατούντες προτίμησαν να παραμυθιάζουν χρόνια τους αγρότες με τα ψηφοθηρικά δωράκια των επιδοτήσεων και των ενισχύσεων, παρά να τους πουν την πικρή αλήθεια, ωμά και ξάστερα: «Κύριοι, αυτά τα προϊόντα θέλει η Ευρώπη και αυτές τις ποσότητες μπορεί να απορροφήσει. Αλλά η γη μας είναι ευλογημένη κι ότι και να φυτέψετε θα πιάσει. Υπάρχουν κι άλλες αγορές εκτός Ε.Ο.Κ., υπάρχουν κι άλλα προϊόντα που μπορούμε να τα διαθέσουμε και μέσα στην Ευρώπη κι έξω από αυτή. Με προσήλωση στην ποιότητα για να είμαστε ανταγωνιστικοί». Έτσι θα μπορούσε να μιλήσει στους αγρότες ένας εθνικός κυβερνήτης.

Τα υποκατάστατα αυτού του ρόλου στην Ελλάδα, προτίμησαν το παραμύθιασμα, αντί μιάς εκ βάθρων αναθεώρησης της αγροτικής πολιτικής, που να υποστηριζόταν δυναμικά από το κράτος και να εγγυόταν σταθερό εισόδημα και σταθερή ανάπτυξη του αγροτικού κόσμου. Προτίμησαν ν’ αφήνουν απροστάτευτους τους αγρότες στα παπαγαλάκια των Βρυξελών που προσπαθούσαν να πείσουν τους Μυτιληνιούς να ξεριζώσουν ένα εκατομμύριο ελαιόδεντρα για να καλλιεργήσουν... αβοκάντο! Αφήνοντας παράλληλα τις πολυεθνικές των σπορελαίων να διατυμπανίζουν ασύδοτες, εντός και εκτός Ελλάδος ότι το ελαιόλαδο... βλάπτει!

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πολιτικού «καραγκιόζ-μπερντέ» στο αγροτικό ζήτημα είναι το περιβόητο μπαμπάκι. Οι καλλιεργητές του βρίσκονται παραδοσιακά τα τελευταία χρόνια στην πρωτοπορεία των αγροτικών κινητοποιήσεων. Οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Σημίτη, πότε με το μαστίγιο και πότε με το καρότο προσπάθησαν να τους κουλαντρίσουν. Προσπάθησαν και να τους πουν την αλήθεια. Ο Σημίτης περισσότερο και προσφέροντας και εναλλακτικές για να πούμε και του στραβού το δίκιο. Αλλά μπροστά στους αγροτο-πατερικούς τσαμπουκάδες και στο περίφημο πολιτικό κόστος το έστριψαν διά του αρραβώνος. Ώσπου ήρθε «ο αρχιερέας του λαϊκισμού»-κατά το «αρχιερέας της διαπλοκής» που προσήπτε στον Σημίτη-και έταξε στους βαμβακοπαραγωγούς, πριν τις εκλογές του 2004, «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά». Τι προσπαθεί να συμμαζέψει τώρα;

Η πικρή αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προ πολλών ετών ενημερώσει για την συγκεκριμένη ποσότητα του αρίστης ποιότητος ελληνικού βαμβακιού που μπορεί ν’ απορροφήσει κατ’ έτος. Τις υπόλοιπες ανάγκες της τις καλύπτει με εισαγωγή αιγυπτιακού βαμβακιού, κατώτερου σε ποιότητα από το ελληνικό, αλλά στο ένα τέταρτο της τιμής του δικού μας. Οι βαμβακοπαραγωγοί πρέπει να επιλέξουν και άλλες καλλιέργειες για να αντικαταστήσουν σταδιακά τις πέραν των απορροφώμενων ποσότητες βαμβακιού. Η Ε.Ε. έχει ανακοινώσει ότι θα τους ενισχύσει οικονομικά και θα τους αποζημιώσει για το μεταβατικό στάδιο της νέας καλλιέργειας που θα επιλέξουν. Από κει και πέρα ο θεσσαλικός κάμπος έχει στραγγίξει από την υπεράντληση υδάτινων πόρων για το υπερ-υδρόφιλο μπαμπάκι, τα φυτοφάρμακα έχουν καταστρέψει το υπέδαφος και την πανίδα και μαγκιές του τύπου: «μπαμπάκι καλλιεργούσε ο προπάππος μου, μπαμπάκι κι εγώ», δεν πρέπει να περνούν σ’ ένα ευνομούμενο κράτος που δεν σχεδιάζει κι αποφασίζει στη βάση του  εκλογικού κόστους.

Το σύνολο, όμως, του αγροτικού κόσμου πρέπει να αντιμετωπισθεί με στοργή από την πολιτεία και με την συναίσθηση ότι αυτοί που είναι δεμένοι με την γη τους, είναι  και αυτοί που θα την υπερασπισθούν μέχρις εσχάτων εάν παραστεί ανάγκη. Ίσως, τελικά, η σταδιακή συρρίκνωση του αγροτικού μας πληθυσμού να βρίσκεται στις προτεραιότητες όσων απεργάζονται τη συρρίκνωση του Ελληνισμού.

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 175 επισκέπτες και κανένα μέλος