Ένα «παραμύθι» για 8 έως 88 χρονών

«Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη,

δώσ’ της κλώτσο, να γυρίσει

παραμύθι ν’ αρχινίσει...

Την περασμένη εβδομάδα είχα υποσχεθεί να σας πω (να γράψω) ένα παραμύθι, για μικρούς και μεγάλους.

Να, λοιπόν: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σκουληκάκι, που όσο ήταν μικρό και ζούσε πάνω σ’ ένα κλαράκι ενός δέντρου του δάσους, άκουγε τη μαμά του, κι έτρωγε το φαγάκι του, για να μεγαλώσει γρήγορα!

Ακουγε τη μαμά του, αλλά του άρεσε κιόλας να τρώει τα πράσινα τρυφερά φυλλαράκια, του κλαδιού του.

Κι όσο έτρωγε, τόσο μεγάλωνε! Κι από άσπρο, που ήταν αρχικά, άρχισε ν’ αλλάζει χρώμα και γινόταν... πράσινο. Έτσι, δύσκολα το ξεχώριζες μέσα στα φυλλώματα, αφού είχε το ίδιο χρώμα με τα φύλλα του δέντρου...

Λένε μάλιστα, μερικοί, πως αυτό το πράσινο χρώμα, που το έκανε δυσκολοδιάκριτο, το απέκτησε από εξυπνάδα, για να μη το βλέπουν οι εχθροί του· τα πουλιά και τα φίδια!

Κι όσο μεγάλωνε, τόσο ήθελε να φάει πιο πολύ. Τα μεγάλα ζώα, βλέπετε, χρειάζονται πιο πολύ φαΐ, απ’ ότι χρειάζονται τα μικρά ζωάκια.

Έτρωγε λοιπόν πιο πολύ, όσο μεγάλωνε, κι όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ έτρωγε!

Οπότε, έφαγε γρήγορα τα φυλλαράκια του κλαδιού του, αλλά και τα φυλλαράκια των διπλανών κλαδιών, που ξεράθηκαν!   

Έτσι, σιγά – σιγά, έφαγε όλα τα φύλλα του δέντρου του, κι αυτό ξεράθηκε!

Το σκουλήκι όμως από το πολύ φαΐ είχε γίνει μεγάλο. Έτσι, με τα κοντά μικρά πολλά ποδαράκια του, κατέβηκε από το ξερό δέντρο, και ανέβηκε εύκολα στο διπλανό δέντρο του δάσους.

Μα όπως είχε μεγαλώσει πολύ, κι έτρωγε πιο πολύ φαΐ, γρήγορα έφαγε όλα τα χλωρά φυλλαράκια κι αυτού του δέντρου και ξεράθηκε κι αυτό.

Μα το δάσος είχε τόσα δέντρα, που το σκουλήκι της ιστορίας μας, δεν χωλόσκαγε που ξεραίνονταν το ένα μετά το άλλο, τα δέντρα του δάσους.

Τώρα όμως που είχε γίνει ένα σκουλήκι γίγας, ήθελε ένα δέντρο την ημέρα για φαΐ και σε λίγο δεν του έφθανε και αυτό!

Σύντομα, μετά από λίγο καιρό, είχαν ξεραθεί όλα τα δέντρα του δάσους, αφού το σκουλήκι-δεινόσαυρος είχε φάει όλα τα φύλλα και τα κλαδιά ακόμη.

Κι έπειτα, μην έχοντας πια να φάει και μη μπορώντας ούτε καλά – καλά να κινηθεί απ’ το πολύ βάρος, ψόφησε!

Ηθικό και πρακτικό δίδαγμα για τα ...παιδιά:

Οταν η καλή μανούλα, του ΄λεγε να τρώει το φαγάκι του για να μεγαλώσει, σωστά το έλεγε. Αλλά όσο χρειαζόταν, όχι παραπάνω· με μέτρο!

Το σκουλήκι ξεπέρασε κατά πολύ το μέτρο κι έπαθε γιγαντισμό. Κι όσο πιο πολύ έτρωγε γιγάντωνε και πιο πολύ και χάλασε την ισορροπία της φύσης.

Μ’ αυτό τον τρόπο, καταναλώνοντας τ’ αποθέματα, χωρίς να προλαβαίνουν αυτά ν’ αναπληρωθούν, εναντιώθηκε στη φύση και στις δυνατότητες αναπαραγωγής και αναπλήρωσής της με αποτέλεσμα την αυτοκαταστροφή του!

Κάποιοι λένε πως τα ψιλοκατάφερνε τρώγοντας τα ξερά ξύλα, που δεν του άρεσαν και τόσο, αλλά όπως το δάσος ήταν ξερό, θες από κεραυνό, θες από άλλη αιτία, άναψε πυρκαγιά στο δάσος, καίγοντας ό,τι υπήρχε σ’ αυτό. Από τις άγριες φλόγες που τις γιγάντωνε ο αέρας, δεν γλίτωσε ούτε το βραδυκίνητο γιγάντιο σκουλήκι, που ήταν και η αιτία της όλης καταστροφής.

Κάποιοι θεωρητικοί βρήκαν την ευκαιρία να παρομοιάσουν το «αδηφάγο σκουλήκι» με τον καπιταλισμό!

Τη φωτιά στο δάσος, με την επανάσταση, και τις ομοιότητες του αδηφάγου ζώου με τον καπιταλισμό, στην απληστία και στη λαιμαργία, που δεν είναι πάντοτε τροφική, αλλά συμβολικά μας περιγράφει κάθε ακόρεστον οργανισμό.

Αυτό το παραμύθι το έλεγα στα παιδιά μου όταν ήταν μικρά και τους άρεσε. Ίσως τα ωφέλησε κιόλας. Πάντως, θαρρώ πως είναι ένα καλό παραμύθι, για παιδιά από 8 έως ...88 ετών...

Ο Παραμυθάς παππούς

Κώστας Βενετσάνος

Αφήστε σχόλιο...

Διαφήμιση

Προσεχή Γεγονότα

Καμία εκδήλωση

Διαφήμιση (1a)

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 406 επισκέπτες και κανένα μέλος