-Γιατί φύγατε κύριε; Και δυό τορπίλες να είχατε ρίξει το κάθε υποβρύχιο, θα είχατε σταματήσει την εισβολή.
 
Σ’ εκείνη την ακρογιαλιά της Κερύνειας η ντροπή σου χαράχθηκε στην άμμο κι η θάλασσα δεν θα την ξεπλύνει ποτέ, έτσι να μένει στους αιώνες των αιώνων το άγος σου και τ’ όνομά σου συνώνυμο του τρέσα.

12 πυροβόλα μεσαίου διαμετρήματος αραδιασμένα εκεί στις διαταγές σου, όταν εκείνο το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974 αντίκρισες την τούρκικη αρμάδα να ζυγώνει γιά απόβαση.

Δεν χρειαζόταν να ζητήσεις οδηγίες από τον ασύρματο λοχαγέ. Αυτό που έπρεπε να κάνεις ήταν εκεί μπροστά σου και σε περίμενε. Πλήρωσε η Πατρίδα γιά να σε σπουδάσει, σ’ έντυσε με την τιμημένη στολή του Έλληνα αξιωματικού, την καταματωμένη, σε πλήρωνε η Πατρίδα γιά κείνη τη στιγμή, τη μία, που γιά τους πολλούς τους συναδέλφους σου δεν έρχεται ποτέ και φεύγουν από τη ζωή με το παράπονο.

Γιά σένα ήρθε Η Στιγμή και σου φώναξε. Σου φώναξαν Μαραθώνες και Θερμοπύλες, σου φώναξαν Σούλια και Μεσολόγγια, Αλαμάνες, Μανιάκια, Κλεισούρες και Γοργοπόταμοι, σου φώναξε η Κύπρος πίσω σου, που περίμενε από σένα, της πρώτης γραμμής, να την υπερασπιστείς.

Κι αντί να κοιτάξεις τη θάλασσα μπροστά σου και τον ήλιο πάνωθέ σου, να πεις του ξένου του Μιστράλ τα λόγια «κι αν είναι να πεθάνουμε γιά την Ελλάδα, θεία είναι η δάφνη, μιά φορά κανείς πεθαίνει», εσύ ζήτησες οδηγίες από τον ασύρματο και οι προδότες σού είπαν «φύγε». Κι έφυγες. Σε κοιτούσαν οι στρατιώτες σου απορημένοι ...«κύριε Λοχαγέ, δεν θα ρίξουμε;». Δεν σκέφτηκες καν ότι με όνομα πολεμιστή Αγίου σ’ είχανε βαφτίσει. «Έχουμε διαταγή να φύγουμε, φορτώστε τα». Δεν σκέφτηκες τίποτε άλλο, παρά μόνο να φύγεις, να φύγεις... Αν τα 12 πυροβόλα είχανε φωνή, θα σου φώναζαν «πυρ». Γιά τη ντροπή σου μίλησε η Ιστορία, ακόμα και διά στόματος του επί εισβολής Τούρκου Α/ΓΕΕΘΑ: «Είχαμε δώσει εντολή στους κυβερνήτες της νηοπομπής, ότι αν εδέχοντο πυρά από την ακτή να επέστρεφαν στον ναύσταθμο και θα περιμέναμε μιά ευνοϊκότερη ευκαιρία γιά την απόβαση».

Άμα στον άλλο κόσμο σε ρωτήσουν οι Έλληνες στρατιώτες κι αξιωματικοί που έπεσαν μαχόμενοι τον εισβολέα, αν σε ρωτήσουν οι μάνες οι χαροκαμένες, οι γυναίκες οι βιασμένες, τι θα τους πεις; ...«είχα διαταγή να φύγω»;

Πάντως, η ελλαδική πολιτεία των δωσιλόγων σε τίμησε δεόντως. Ο πρωθυπουργός των Ιμίων σε έκανε αρχηγό ΓΕΕΘΑ. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις υπό την αρχηγία ενός ριψάσπιδος. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν συνέπεσε η αρχηγία σου με κείνον τον φυγόστρατο υπουργό Εθνικής Αμύνης. Τι ταιριαστό ζευγάρι θα είσασταν! Όταν παρέδιδες τα ξίφη στους Ευέλπιδες, δεν ήξεραν τα παλληκαράκια από τίνος τα χέρια έπαιρναν τα ξίφη τους και σε ποιόν μπροστά ορκίζονταν ότι θα υπερασπισθούν την Πατρίδα, μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματός τους.

Από εκείνο το πρωί που απέστρεψε με σιχασιά ο ήλιος το πρόσωπό του από σένα, τις νύχτες πώς κοιμόσουν; Δεν άκουγες οιμωγές και ουρλιαχτά; Δεν είχες εφιάλτες κι ερινύες; Μάλλον όχι. Είχες όμως θράσος περισσό. Αλλιώς δεν εξηγείται το πως τόλμησες να παραστείς, απόστρατος πιά, σε συνάντηση παλαίμαχων πολεμιστών της Μάχης της Κύπρου. Οι περισσότεροι σου γύρισαν την πλάτη, όπως έκαναν κι όταν επισκεπτόσουν τη Λέσχη Αξιωματικών. Ένας παλιός ΕΛΔΥΚάριος όμως, που πολέμησε στην επική, άνιση μάχη του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ στις 15-16 Αυγούστου 1974 στη Λευκωσία, δεν σου χαρίστηκε. Είχε συμπολεμήσει με Έλληνες Αξιωματικούς, ζούσε με καρκίνο από τις τούρκικες ναπάλμ, είχε δει τον λοχαγό Σωτήρη Σταυριανάκο να πέφτει μαχόμενος, εφορμώντας με το πιστόλι του και μιά χειροβομβίδα να σταματήσει τουρκικό άρμα, και δεν άντεξε να σε βλέπει ανάμεσα σε πολεμιστές:

-Τι θες εσύ εδώ ρε π....η; Εδώ είναι γιά άντρες. Τσακίσου φύγε όσο κρατιέμαι ακόμα...

Κι έφυγες. Αμίλητος, με το κεφάλι κατεβασμένο, όπως είχες φύγει τότε, στις 20 Ιουλίου του 1974 από την παραλία της Κερύνειας, τότε που είπες στους Τούρκους ...«κοπιάστε».

Ούτε ψύλλος στον κόρφο σου, που λέμε. Ή στον κόρφο τού τότε πλωτάρχη Γαβριήλ, κυβερνήτη ενός από τα δύο ελληνικά υποβρύχια που είχαν στο περισκόπιό τους την τούρκικη αρμάδα κι έφυγαν κι εκείνα δίχως να ρίξουν ούτε μιά τορπίλη, γιατί πήραν σήμα από το Γ.Ε.Ν του δωσιλόγου Αραπάκη ότι ...«επιχειρείται τουρκική απόβαση στη Ρόδο». Και χρόνια πολλά μετά, ο εν αποστρατεία πλέον υποναύαρχος Γαβριήλ ερωτήθηκε από μιά Κύπρια φοιτήτρια, με τα μάτια της να πετούν αστραπές, στην εκπομπή του Χαρδαβέλλα:

-Γιατί φύγατε κύριε; Και δυό τορπίλες να είχατε ρίξει το κάθε υποβρύχιο, θα είχατε σταματήσει την εισβολή. Είχατε τον εχθρό μπροστά σας κύριε και φύγατε να τον ψάχνετε στη Ρόδο; Έχετε συνειδητοποιήσει τι κάνατε; Γιατί δεν κάνατε αυτό που έκανε ο άντρας της αδελφής σας, ο αείμνηστος κυβερνήτης Χανδρινός, που έκλεισε τον ασύρματο, βομβάρδισε τους Τούρκους στον Μούταλο και κράτησε την Πάφο ελληνική; Γιατί δεν πολεμήσατε κύριε; (έλα ντε, γιατί;).

Η Ιστορία έχει πολλές φορές καταγράψει ότι ένας μόνο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει τον ρουν της και να γράψει Ιστορία. Ένας μόνο άνθρωπος. Εκείνο το πρωί της 20ης Ιουλίου, στην παραλία της Κερύνειας, ο άνθρωπος που μπορούσε να γράψει Ιστορία, την έγραψε ανάποδα. Κανείς αληθινός Έλληνας στην Ελλάδα και στην Κύπρο δεν θα μπορέσει ποτέ να τον συγχωρήσει. Γι’ αυτό που έκανε, ή μάλλον γιά κείνο που δεν έκανε, ας τον συγχωρήσει ο Θεός.

Προσεχή Γεγονότα

Καμία εκδήλωση

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 238 επισκέπτες και κανένα μέλος