Όταν σκεφτόμαστε τη Γαλλική Επανάσταση, μας έρχονται στο νού, τα γεγονότα του 1789, γράφει ο Hobsbawm*: Η δημοκρατία των Ιακωβίνων του  τυπικού Ροβεσπιέρου, του  ηδονιστή Δαντόν, του επαναστάτη κυρίου  Σεν Ζυστ, του άξεστου Μαρά. Η Βαστίλλη, το Επαναστατικό Δικαστήριο και η λαιμητόμος, συμπληρώνουν, μαζί με τις θλιβερές μορφές της άμυαλης Μαρίας Αντουανέττας και του  καλοκάγαθου θύματος Λουδοβίκου...

Η γυναίκα στη Γαλλική Επανάσταση

 

Όταν σκεφτόμαστε τη Γαλλική Επανάσταση, μας έρχονται στο νού, τα γεγονότα του 1789, γράφει ο Hobsbawm*: Η δημοκρατία των Ιακωβίνων του  τυπικού Ροβεσπιέρου, του  ηδονιστή Δαντόν, του επαναστάτη κυρίου  Σεν Ζυστ, του άξεστου Μαρά. Η Βαστίλλη, το Επαναστατικό Δικαστήριο και η λαιμητόμος, συμπληρώνουν, μαζί με τις θλιβερές μορφές της άμυαλης Μαρίας Αντουανέττας και του  καλοκάγαθου θύματος Λουδοβίκου,  το όλο σκηνικό που έρχεται στη μνήμη μας, από τα μαθητικά μας θρανία.

Για  τις γυναίκες όμως,   τις ακτιβίστριες  των δικαιωμάτων  του αδύνατου  φύλου, τις προσκολλημένες όχι  σε κομματική παράταξη, αλλά σε ρομαντικά  “πιστεύω”, το μυαλό μας σταματά στη  Σαρλότ, που σκότωσε τον Μαρά. Για τις λοιπές, η σιωπή και η λήθη.

Οι εκλογές των Γενικών Τάξεων, άρχισαν τον Φεβρουάριο του 1789. Οι εκλογείς ήταν χωρισμένοι σε τρείς κοινωνικές τάξεις. Στις δύο, ήταν οι Ευγενείς και ο Κλήρος,  στην  Τρίτη,   οι  διανοούμενοι, οι μικροαστοί,  οι μικροεπαγγελματίες. Οι υπόλοιποι του Γαλλικού λαού, οι εργάτες, οι ακτήμονες αγρότες, οι χωρίς επάγγελμα προλετάριοι, τα απομεινάρια - χωρίς στον ήλιο μοίρα, δεν ανήκαν πουθενά. Γραμμένοι στους εκλογικούς  καταλόγους, ήταν όλοι, όσοι είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους. Οι γυναίκες,  ήταν  απ΄έξω από το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Ήταν όμως,   γραμμένες  στους φορολογικούς καταλόγους, σε ισότιμη με τους άνδρες επιβάρυνση. Oι Γαλλίδες, ένιωθαν άβολα με τη μειονεκτική θέση που τις είχαν τοποθετήσει. Διεκδικούσαν την αναγνώρισή τους. Υποκινητής και συμπαραστάτης ο μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, φιλόσοφος και με ξεχωριστή φυσιογνωμία και ηθικό ανάστημα.

Oι φεμινιστικές του απόψεις, μαζί με τις αντιρρήσεις του για την εφαρμογή της θανατικής ποινής, και οι θέσεις του για το αναφαίρετο δικαίωμα της ιδιοκτησίας,  τον οδήγησαν στη φυλάκιση και τελικά στον θάνατο.


Τα δημοσιεύματα και οι αγώνες του Κοντορσέ,  βρήκαν απήχηση και ανταπόκριση και έδωσαν ερείσματα  στο φεμινιστικό κίνημα.  Με υπομνήματα οι γυναίκες, ζήτησαν πρώτα τη χορήγηση ψήφου και  την ανάγκη μεταρρύθμισης  του ‘‘Δικαίου του Γάμου’’, αλλά και της καθιέρωσης του διαζυγίου. «Ο σύζυγος είναι κύριος του προσώπου, της προίκας και του δικαιωμάτων της γυναίκας», έγραφε ο ανδροκρατούμενος τύπος «επί της οποίας έχει και την απόλυτη εξουσία».

Το Δίκαιο της προεπαναστατικής περιόδου – που δεν καταργήθηκε και μετά από την επανάσταση-επέτρεπε τον “σωφρονισμό” της γυναίκας από τον άνδρα  ακόμη και ξυλοκόπημα. Η μοιχεία επέφερε ποινή δύο σταθμών: Για τον άνδρα  πρόστιμο,  για τη γυναίκα φυλάκιση. Οσάκις ήθελε, μπορούσε ο άνδρας να χωρίσει τη γυναίκα του και σε συνέχεια να την εγκλείσει σε μοναστήρι.

Η “Εκκλησία” συμπαραστεκόταν στην ανδρική επιβουλή, επιτρέποντας τον  χωρισμό απο “κοίτης και τραπέζης” όχι όμως και το διαζύγιο. Για το διαζύγιο αποφάσιζε η Ρώμη,  η οποία κατά κανόνα δεν το δεχόταν. Άλλωστε, η προσφυγή τόσο σε αυτήν, όσον και στα Γαλλικά δικαστήρια, ήταν μια ιδιαίτερα χρονοβόρα,  δαπανηρή   διαδικασία, που φάνταζε όνειρο απλησίαστο. 

Έτσι, αφ΄ ενός μεν δεν επερχόταν  η νομική και εκκλησιαστική διάλυση του γάμου,  αφ΄ ετέρου,  δεν επιτρεπόταν και ο νέος  γάμος.

Τελικά, οι συντάκτες των προς συζήτηση υπομνημάτων στις επαναστατικές συνελεύσεις, άρχισαν να πείθονται για το άλυτο του προβλήματος  και περιορίστηκαν μόνο στα θέματα που αφορούσαν την εκπαίδευση της γυναίκας, που έπρεπε να γίνεται μόνο σε γυναικεία μοναστήρια και τη μητρότητα. Το τελευταίο ενδιέφερε και   εξετάστηκε με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί  η μεγάλη   βρεφική και  παιδική  θνησιμότητα επηρέαζε το δημογραφικό πρόβλημα. Ακόμη φιλεύσπλαχνοι, σκέφτηκαν να οργανώσουν και φιλανθρωπικά ιδρύματα για  να βοηθήσουν τις μητέρες, να  μην επαιτούν στους δρόμους.

Μπροστά σε αυτό το ωραίο κλίμα, της πολλαπλής άρνησης να συμπεριληφθούν μέσα στα γενικότερα αιτήματα οι διεκδικήσεις των γυναικών, αποφασίστηκε η δραστηριοποίηση σε ένα φεμινιστικό αγώνα. 

Εξήντα εννέα φεμινιστικές ή προσκείμενες στο   κίνημα εφημερίδες,  έκαναν την εμφάνιση τους μέχρι τα τέλη του Αυγούστου του 1789. Στις 13 Αυγούστου 1789   κυκλοφόρησε ‘‘η Εφημερίς του Κράτους και του Πολίτη’’ , που αργότερα μετονομάστηκε   σε  ‘‘Εθνικό Ερμή’’, με εκδότρια την  30χρονη αριστοκράτισσα της Βρετάνης, την Λοίζα ντε Κεράλλιο.

Έγραφε «Δυστυχώς, τι περιμένει κανείς, από μια κοινωνία  που η εκπαίδευση της, άγεται και φέρεται από μια   Πομπαδούρ, από μια γυναίκα που έχει χάσει την αιδώ. Τι να περιμένεις πια από αυτήν την κοινωνία, δικαιοσύνη ή ανθρωπιά».

 Τον Σεπτέμβριο του 1791, το φυλλάδιο της Ολυμπίας ντε Γκουζ με τον τίτλο, ‘‘Τα δικαιώματα της γυναίκας και της πολίτιδας’’, ήταν  αφιερωμένο στην Μαρία Αντουανέττα. Με αυτό τον τροπο προσπαθούσε να δείξει ότι όλες οι γυναίκες ανήκουν στην ίδια ενιαία τάξη και  η μια στηρίζει την άλλη. Απαιτούσε τη συμμετοχή της γυναίκας σε δημόσιες και ιδιωτικές  θέσεις και  την καθιέρωση του θεσμού της αναζήτησης  της πατρότητας.  Αυτό εξερέθιζε τους επαναστάτες και την 3η Νοεμβρίου 1793 την οδήγησαν στην γκιλοτίνα**.

Την περίοδο εκείνη οι αποκεφαλισμοί των γυναικών ήταν συνηθισμένο και καθημερινό φαινόμενο γιατί  οι γυναίκες εθεωρούντο  επικίνδυνες για την επανάσταση ιδίως μετά  τη δολοφονία του ηγέτη Μαρά, τον Ιούλιο του 1793, απο τη Σαρλότ Κορνταί. 

Όταν άρχισε η επανάσταση, η Μαρί Αν Σαρλότ Κορνταί  ντ΄Αρμόν, ήταν δεν ήταν 21 ετών.

Βλέποντας την αφόρητη κατάσταση  της φτώχειας, πείνας και τρομοκρατίας, αλλά και έχοντας ζήσει τον κατατρεγμό και  το ξεκλήρισμα της οικογενείας της μίσησε τους πάντες και ιδιαίτερα τον Μαρά, στον οποίο καταλόγιζε ευθύνες για τον εκτροχιασμό της επανάστασης από τους αρχικούς σκοπούς της και για  τις πράξεις εξολόθρευσης των μετριοπαθών Γιρονδίνων*. Αποφάσισε  λοιπόν να τον σκοτώσει.

Ο Jean Paul Marat,  γιατρός το επάγγελμα, διανοούμενος αλλά και επαναστάτης αιμοσταγής,  υπέφερε από  μια χρόνια αρρώστια του δέρματος, που του προξενούσε βασανιστική φαγούρα σε ολόκληρο το σώμα.  Για να την αντιμετωπίσει, περνούσε τις περισσότερες ώρες τις ημέρας του, μέσα στη μπανιέρα του σπιτιού του, όπου από εκεί διεκπεραίωνε και τις  κρατικές υποθέσεις. Εκεί δέχτηκε την Κορνταί, όταν αυτή του ζήτησε ακρόαση με το πρόσχημα να του καταδώσει, συνομώτες της επανάστασης. Βουτηγμένο στο νερό καθώς τον βρήκε, του βύθισε εύκολα στο στήθος, το μαχαίρι που είχε κρυμμένο στο σάλι της.

Στην αρχή κατάφερε να ξεφύγει. Γρήγορα όμως συνελήφθη και οδηγήθηκε  στη λαιμητόμο.

Στο μεταξύ στην Κονσιερζερί, είναι φυλακισμένη  η Μαρία Αντουανέττα. Μετά την δολοφονία του Μαρά, θυμήθηκαν  ότι έπρεπε  να την εκδικηθούν.

Την Αντουανέττα όταν τη συνέλαβαν της πήραν το παιδί της τον Κάρολο  και το έδωσαν σε  μια  “κομματική” οικογένεια έναντι παχυλής αντιμισθίας. Ο μικρός  δελφίνος Κάρολος που ήταν τότε περίπου 8 ετών δέχτηκε και αφομοίωσε μαθήματα μίσους για τους γονείς του, που του δίδαξαν οι κομισάριοι επιστρατευμένοι κηδεμόνες. Έτσι οσάκις άκουγε την λαιμητόμο να πέφτει, χαιρόταν. «Δεν αποκεφάλισαν ακόμα, αυτές τις βρώμες» είχε ακουστεί να λέει. Και όταν τον έφεραν στη δίκη της μητέρας του, δασκαλεμένος κατέθεσε ότι είχε με αυτή αιμομικτικές σχέσεις. «Η φύση αρνείται να απαντήσει σε μια τέτοια κατηγορία» είχε αντικρούσει  η Αντουανέττα στο δικαστήριο. Στις 19 Οκτωβρίου 1793, την αποκεφάλισαν και αυτή.

Όσο κουραστική και να είναι μια ονομαστική καταγραφή είναι υποχρέωσή μου  να αναφερθώ και σε  κάποιες άλλες γυναίκες, που η παρουσία και ο θάνατός τους γράφτηκε τις μέρες εκείνες. 

Η μαντάμ Ρολάν,  διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στην επανάσταση αλλά οι επαναστάτες την αποποιήθηκαν.

Η Μαρί –Ζαν Φλιππόν γνωστή σαν  Μανόν από αστική οικογένεια και προσεγμένη μόρφωση.  Σύζυγος του υπουργού  Ρολάν ντε λα Πλατιερ φιλοσόφου προοδευτικού  και μέλους της λέσχης των Γιρονδίνων*,  προκρίτου της Κομμούνας*  και βουλευτή της Λυών μα και φίλου του Ροβεσπιέρου.  Αλλά  σε κάποια στιγμή  οι Γιρονδίνοι ήρθαν σε ρήξη με τους  Ορεινούς. Οι Ορεινοί σε αντίθεση με τους Γιρονδίνους ήταν αδίστακτοι με αρχηγούς τον Ροβεσπιέρο Δαντόν και τον Μαρά ήθελαν τη δικτατορία του τρόμου. 

Την συνέλαβαν.  Καταδικάστηκε, γιατί σαν γυναίκα δεν είχε δικαίωμα να αναμειχθεί στην πολιτική ζωή της χώρας της.

 «Επί τέλους μέσα σε λίγο χρόνο, το επαναστατικό δικαστήριο έδωσε ένα  καλό μάθημα στις γυναίκες», έγραψε ο Τύπος. Αντιγράφω από σχετικό άρθρο  του περιοδικού  Εστία του  1989: «Εδώ βλέπομε, πόσο  η επανάσταση φοβόταν την ανύψωση της γυναίκας».

Σε  αυτές τις φρικτές εκτελέσεις,  τις δίκες αθώων θυμάτων, ο φανατισμός και  αλλοφροσύνη, είχε συμπαραστάτριες και θεατές γυναίκες του λαού που με τα πλεκτά τους στο χέρι, παρακολουθούσαν και ηδονίζονταν.  Αυτές ήταν οι “Πλέκτριες” γυναίκες του λαού (Citoyennes tricoteuses) και όπως λεγόταν «Έγλυφαν την λαιμητόμο». Στο πέτο τους  αντί για λουλούδι, γράφει  ο Σατωμπριάν, είχαν μια λαιμητόμο.

Καμιά  γυναικεία πρόταση και αναγνώριση τελικά δεν έγινε αποδεκτή από τους επαναστάτες.  «Τώρα θα μας ζητήσετε και όπλα», πήραν σαν απόκριση.

Όταν όμως  αργότερα, στις 11 Ιουλίου του 1792,  άρχισε ο πόλεμος –γιατί θεωρήθηκε σαν η μόνη διέξοδος για  να βγουν  οι Γάλλοι από την κρίση-, οι γυναίκες αυτές, όλες οι κατατρεγμένες, στάθηκαν κοντά στους άνδρες τους που πολεμούσαν.  Με οργανωμένα τάγματα, τα τάγματα των Αμαζόνων  (Les Amazones de Bic- en –Biggor) που έμειναν στην ιστορία. Μα και εδώ  η Συμβατική Συνέλευση  των επαναστατών δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος της: «Το κοπάδι αυτό των  γυναικών που έρχεται στο κατόπι μας,  σέρνει μαζί του  τις αρρώστιες  και την  εκφύλιση των ηθών μας», έλεγαν.

Οι Επαναστάτες δεν ήθελαν τελικά  αγωνίστριες γυναίκες. Ήθελαν Γαλλίδες υποταγμένες στην παραδοσιακή  θέση που τους έχτισαν.

Το 1795 η Συμβατική  τοιχοκόλλησε.  «Όλες οι γυναίκες  να γυρίσουν στα σπίτια  τους .Εκεί και μόνο είναι η θέση τους και οι δουλειές τους. ¨Οσες  βρεθούν να γυρίζουν  στο δρόμο, θα διαλύονται βίαια».

Ενα λαϊκό ξεσήκωμα, που   άρχισε σαν αστική μεταρρύθμιση και κατέληξε σε επανάσταση και τρομοκρατία,  έληξε άδοξα για το γυναικείο κίνημα. Κανένα από τα επαναστατικά συντάγματα,  1791, 1793,1795, δεν  έδωσε  το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι,  δεν τις αναγνώρισε σαν ισότιμο πολίτη. Και όταν αργότερα μετά το τέλος της επαναστατικής περιόδου, έφεραν τον Ναπολέοντα, στους περίφημους νομικούς ‘‘Κώδικές’’ του, καταγράφηκε ότι οι γυναίκες οφείλουν να υπακούουν τους άνδρες.

Και κλείνω  πάλι με τον Ναπολέοντα, που έγραψε στο βιβλίο του “Pensees Politiques et Sociales”: «Οι γυναίκες, δεν είναι παρά μηχανές για να κάνουν παιδιά».

Και ο αγώνας συνεχίζεται.

 

Βοηθήματα

E.J. Hobsbawm. ‘’Η Εποχή των Επαναστάσεων’’ εκδ.  Μορφ. Ιδρ. Εθνικής Τραπέζης

Αl. De Toqueville. ‘’Το παλαιό καθεστώς και η Επανάσταση’’ εκδ. Πόλις, Περιοδικό    “Εστία’’ 1989

Ιακωβίνοι, Γιρονδίνοι: πολιτικές παρατάξεις.

Ορεινοί - Πεδινοί θέσεις που έπαιρναν οι βουλευτές στα έδρανα ανάλογα με τις πολιτικές τους ομάδες.

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 1605 επισκέπτες και κανένα μέλος