Σε κάποια στιγμή του βίου μου, ήρθα κοντά στο όνειρό μου: Να αποκτήσω ένα αυτοκίνητο. Χρηματοδότης και δωρητής ο πατέρας μου. Εγώ  ο μαντράχαλος  και όχι άρτι  απόφοιτος του πανεπιστημίου, χωρίς δραχμή στην τσέπη  και ο πατέρας μου συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος...

In Memoriam

Fiat 1100 D.: Το πρώτο μου αυτοκίνητο


Σε κάποια στιγμή του βίου μου, ήρθα κοντά στο όνειρό μου: Να αποκτήσω ένα αυτοκίνητο. Χρηματοδότης και δωρητής ο πατέρας μου. Εγώ  ο μαντράχαλος  και όχι άρτι  απόφοιτος του πανεπιστημίου, χωρίς δραχμή στην τσέπη  και ο πατέρας μου συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος. Δυστυχώς, αυτό είναι το ρεζιλίκι και η πίκρα των σπουδών. Κάτι ήξερε ο Λουκιανός στο “Ενύπνιό” του όταν έλεγε: «και χρόνου μακρού και κόπου πολλού και τύχης δείσται  λαμπράς, και δαπάνης ου μικράς». Δηλαδή δεν επιτυγχάνει κανείς τίποτα αν δεν έχει τύχη.

Πρώτο πρόβλημα που προέκυψε, ήταν η επιλογή, που σε δυσκολεύει ιδιαίτερα, όταν το βαλάντιο δεν συμβαδίζει με την επιθυμία σου.

Περάσαμε από τις  μάντρες της Συγγρού,  όπου εκεί ήταν το συνηθισμένο  εκθετήριο των αποτραβηγμένων  λόγω παλαιότητας οχημάτων. Σύντομα όμως αποτραβηχτήκαμε από μια τέτοια αγορά. Τη χαριστική βολή, μας την έδωσε το παρακάτω συμβάν. Ο πωλητής, μας έδειχνε  τις αρετές  ενός ομορφo –διατηρημένου εγγλέζικου Morris, όταν ανασήκωσα  τη μοκέττα δαπέδου.  Τότε στα μάτια μου πρόβαλε  μια σκουριασμένη και πρόχειρα χιλιοκολλημένη λαμαρίνα. «Μη φοβόσαστε, καυχήθηκε.  Είναι γερά κολλημένη η λαμαρίνα. Να δείτε. Πρώτα  ήταν τρύπια και πατούσες το έδαφος».

 

Ο πατέρας,  από την αρχή ήθελε κάτι καινούργιο, κάτι που να είναι  αντάξιο του πτυχιούχου υιού, μα και του πρεστίζ της οικογένειας, που επηρεάζονταν  από τα σχόλια του πατρικού χωριού,  αλλά και γενικότερα από  το περιβάλλον των φίλων και λοιπών συγγενών. Ήταν και είναι και αυτό, δείγμα όχι μιας εποχής αλλά όλων των εποχών, όσο να υπάρχουν άνθρωποι.

Τελικά για την επιλογή του οχήματος, κατέφυγα στον ειδικό.

Στο νοσοκομείο συνυπηρετούσα με τον Μάκη τον Λιούγκα, που σήμερα η Γλυφάδα  έδωσε στο κολυμβητήριο   το όνομά του.  Ο Μάκης,   ήταν παλιότερος βοηθός από μένα στην κλινική και  έσερνε στο βιογραφικό του  την φήμη του οδηγού με πολλές συμμετοχές σε αγώνες ράλι, όπου  μάλιστα σε μια από αυτές στη Ρόδο γκρεμίστηκε και βγήκε μεν σώος, αλλά με πολλά κατάγματα στη σπονδυλική στήλη και στον αγκώνα. Τότε οδηγούσε αν θυμάμαι καλά, μια σπόρ  ΄Αλφα  Ρομέο.

Τα οικονομικά όμως τα δικά μου, δεν επέτρεπαν τέτοια όνειρα. Τότε μου έφερε το καινούργιο του απόκτημα:   Ένα Τriumph Herald του κουτιού, που έλαμπε στον  ανοιξιάτικο ήλιο. 

«Πάρτο, μου είπε, να το δοκιμάσεις»

«Μα δεν είναι σωστό, αντέτεινα. Ακόμα, δεν το έχεις εσύ δοκιμάσει».

«Είμαστε ή δεν είμαστε φίλοι. Πάρτο και τέλειωνε».

 Τέτοιος ήταν ο Μάκης.  Όταν έβγαζε το αιώνιο πούρο του από το στόμα, άφηνε χώρο σε ένα μεστό λόγο και ένα πρόσωπο. Το πήρα και μάλιστα μοναχός μου. Κύλισα απαλά στον τότε παραλιακό δρόμο της Γλυφάδας μέχρι Βουλιαγμένη καi μαγεύτηκα.    Είχε όμως δύο πόρτες, κακό πρεστίζ για την οικογένεια.

fiat-1100.jpgΚαταλήξαμε τελικά στο Fiat 1100 D: Εννέα φορολογήσιμα  και 45 πραγματικά άλογα,  παρθένα από το εργοστάσιο. Μπλέ, σκουρότερο από του ουρανού το χρώμα και κοντά στην ομορφιά της βαθυγάλανης θάλασσας, φάνταζε γλυκό και περήφανο.

Ήταν το κάτι για εμάς, ήταν το κάτι για εμένα. Και το αποκτήσαμε. Αφού βέβαια προηγήθηκε μια μακριά διαπραγμάτευση  με τον μαγαζάτορα, που σε έκοβε καπιταλιστικά, από την κορφή μέχρι τα νύχια.  Εκείνη τη στιγμή είχα νιώσει αρκετά άσχημα: Δεν δεχόμουνα τέτοιο βλέμμα πρός τον πατέρα μου.

Συνέστησα να τα παρατήσομε. Τελικά όμως   η συμφωνία κλείστηκε σε 110.000 δραχμές  και  η εξόφληση σε τρείς δόσεις, μαζί με ένα ραδιόφωνο δώρο.(Να σημειωθεί, ότι εγώ σαν γιατρός στο Ασκληπιείο, έπαιρνα τότε όλες και όλες 1.500 δραχμές).

Τελικά δεν ερυθρίασα και απόκτησα το ποθούμενο. Ήθελα το αυτοκινούμενό μου και τώρα πια, εγώ ο μαντράχαλος,  το είχα.

Το ήθελε και ο πατέρας μου. Ο γυιός ο γιατρός  είχε τώρα  αυτοκίνητο!

Σωτήριο έτος 1964: Το περιτύλιξαν στο χαρτί δώρου. Εγώ αφού το ξετύλιξα ευλαβικά, κόλλησα εκεί, μπροστά στο τζάμι και το ιατρικό σήμα. Αμέσως  και ξεκινήσαμε από τον Πειραιά -που ήταν το πατρικό- να φάμε μακαρονάδα στη Γλυφάδα. Ήταν εκεί δίπλα στον Άγιο Κωνσταντίνο ένα καινούργιο μαγαζί με την τότε ξενόφερτη συνήθεια της ιταλικής παρμεζάνας σε λαϊκή κατανάλωση. 

Τις επόμενες μέρες, αναλωθήκαμε στο να επισκεπτόμαστε συγγενείς φίλους και όλους που θέλαμε να εντυπωσιάσομε, προκαλώντας περισσότερο τη ζήλεια, παρά τη συμμετοχή στη χαρά μας. Εγώ δεν παρέλειπα με την κατοχική μου -συλλεκτική τώρα- φωτογραφική μηχανή,  με τη μικρή χαριτωμένη φυσούνα,  να μετρώ  με βήματα την απόσταση και με φιλοσοφικό βλέμμα να ρυθμίζω  διάφραγμα και ταχύτητα εκτιμώντας  τη συννεφιά. Ημουν βλέπετε δάσκαλος σ’ αυτά.

Μετά άρχισε η συντήρηση. Ο φίλος μου ο Μάκης με συνέστησε στον Βασίλη. «Να πας εκεί, είναι φίλος ξύπνιος και ξέρει το αντικείμενο».

Ο Βασίλης δούλευε στη Μοbil, στο βενζινάδικο του Φραντζεσκάκη, δίπλα στον Άγιο Κωνσταντίνο που υπάρχει ακόμα αλλά ανακαινισμένο και με άλλο όνομα. Τότε ήταν  που τα βενζινάδικα είχαν χώρους που άλλαζαν λάδια και βαλβολίνες   και έκαναν γρασάρισμα. Ο δικός μας είχε το  ποιο οργανωμένο της περιοχής. Έχοντας  ξεχωριστές ικανότητες ήλεγχε και άλλαζε μπουζί και πλατίνες, φίλτρα λαδιού και αέρα μα και έβαζε χέρι στους  ιμάντες. Μόνο ”λουκουμάκι”*  δεν έβαζε. Όλα με το μάτι και την ευστροφία του μυαλού του. Και το αυτοκίνητο το έπαιρνες πεντακάθαρο στη μηχανή. Και στο τέλος ποτέ δεν σου ζητούσε ιδιαίτερη αμοιβή. Του έδινες ό,τι ήθελες.  Τέτοιος ήταν ο Βασίλης. Σε αυτόν  εμπιστεύτηκα και το πισσάρισμα του αυτοκινήτου μου. Σε κάθε  καινούργιο αυτοκίνητο αλλά και σε παλιό, για να προφυλάξεις τη λαμαρίνα απο κάτω από τη σκουριά και τα νερά έπρεπε - αν ήσουν νοικοκύρης - να την πισάρεις.

Στο βενζινάδικο γνώρισα και τον Ξενοφώντα. Καλοσυνάτος χαμογελαστός κρατούσε την υπευθυνότητα στο σέρβις των ελαστικών. Εξειδικευμένος για πολλά χρόνια κρατούσε στη δυσκολία και το σέρβις ελαστικών στο ράλι αντίκα.  Τώρα αυτός και τα παιδιά του διατηρούν εκεί στην εκκλησία ένα μαγαζί με μπαταρίες αυτοκινήτων και σκαφών και άλλες “λιχουδιές” των ενηλίκων.  Μερικές φορές  συναντιόμαστε τώρα στο μαγαζί του και τα λέμε.

Τον Βασίλη έχω χρόνια να τον δώ και να μάθω νέα του.

Το Φιατάκι, το κράτησα πολλά χρόνια. Μετά όμως, ήρθε η ώρα να το αποχωριστώ. Το πήρε,  αγοράζοντάς το,  μια φιλική μου οικογένεια. Την τελευταία μέρα, προτού το παραδώσω, του άλλαξα λάδια και ό,τι άλλο είχε ανάγκη. Τα παιδιά στο βενζινάδικο - το παραδιπλανό τώρα του Σταμάτη γιατί ο Βασίλης είχε μεταναστεύσει - με κορόιδευαν για υπερβολικό ρομαντισμό. Όσο και να φαίνεται κωμικό, εγώ το είχα αγαπήσει. Πες, γιατί μου έκανε στενή συντροφιά σε μια δημιουργική περίοδο της ζωής μου, πες, γιατί πιστεύω στον παραλογισμό, ότι και τα άψυχα έχουν ψυχή, όταν τους δώσεις ένα κομμάτι από την δική σου, εγώ στον αποχωρισμό ένιωσα το κλάμα του.

Κι αυτό το βούρκωμα, ερχόνταν και στους δυό μας, όταν στα  κατοπινά χρόνια, τυχαία ή εξ επί τούτου, συναντιόμαστε.   

 

* Το λουκουμάκι είναι γνωστό και από τις ελληνικές ταινίες ότι χρησιμοποιείται ως σφραγιστικό στις διαρροές του νερού στα παλιά αυτοκίνητα.

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 475 επισκέπτες και κανένα μέλος