Στην τελική φάση της χριστιανικής τελείωσης, βρέθηκα πάλι στην εκκλησιά.
Από την αρχή οφείλω να δηλώσω, ότι θρησκεύομαι όπως όλοι οι Έλληνες ελεύθερα. Προσεύχομαι όρθιος, όπως μας δίδαξε ο Χριστός στην Ορθοδοξία, όταν μας έβαλε δίπλα του και όχι δουλικά γονατιστός όπως συμβαίνει σε άλλες θρησκείες και δόγματα...

«Παράλληλος εκκλησιασμός»

Και τιμώμεν την ταφήν Σου

και τα πάθη Σου


Στην τελική φάση της χριστιανικής τελείωσης, βρέθηκα πάλι στην εκκλησιά.

Από την αρχή οφείλω να δηλώσω, ότι θρησκεύομαι όπως όλοι οι Έλληνες ελεύθερα. Προσεύχομαι όρθιος, όπως μας δίδαξε ο Χριστός στην Ορθοδοξία, όταν μας έβαλε δίπλα του και όχι δουλικά γονατιστός όπως συμβαίνει σε άλλες θρησκείες και δόγματα.

Αυτές τις μέρες,  όπως προανέφερα, βρέθηκα σε επαρχία σε παράλληλες εκκλησίες.

Στη μία,  που  χτισμένη από απλούς νοικοκυραίους οικιστές έδωσε ένα ταπεινό χώρο προσευχής.

Ο ιερέας  ξεπεταγμένος ονειρικά από κάποιο γραφτό του Παπαδιαμάντη, “πολιός την κώμην” και  από την  συνταξιοδοτική του νιρβάνα επιστρατευμένος – ελλείψει ετέρου – έρχεται να ποδηγετήσει το ποίμνιο. Το ποίμνιο, τον  ατενίζει και απολαμβάνει την παρουσία του. Έχει απόψε  τον δικό του “παπά”!

Συμμετέχει στα δρώμενα  και ψάλλει παράφωνα μαζί του. Τι σημασία όμως έχει εδώ η παραφωνία. Αυτή η ψαλμωδία είναι από καρδιάς. Και ο ψάλτης ο μοναδικός, ο δεξιός που  είναι ψάλτρια κυρά,  γύρω στα 40, εθελοντικά και αυτή επιστρατευμένη,  καμαρώνει για τον ρόλο της, αν κρίνει κανείς από τον σεβασμό, με τον οποίο εκφέρει την θεία γραφή. Γυρνά δεξιά αριστερά επιζητεί και προτρέπει σε μια μυσταγωγική συμμετοχή:

“Του Κυρίου δεηθώμεν”.

 Και  δεν σταματά  να δείχνει την ευγνωμοσύνη της στον ιερέα, για την παρουσία του, που όπως είπα είναι και αυτή ευκαιριακή, όπως ευκαιριακή και η όλη λειτουργία της εκκλησίας. Στον ίδιο ναό είχα ξανατύχει και προ 3 ετών, αν θυμάμαι καλά, πάλι μια μεγάλη Πέμπτη και τότε είχα ξενυχτήσει  μάλιστα. Ολόκληρη η αραιοκατοικημένη γειτονιά,  πηγαινοερχόταν σε όλη τη διάρκεια της  νύχτας και έφερνε το δικό της λουλούδι κομμένο, από τον δικό της κήπο. Και με υπερηφάνεια, ο καθείς μοναχός του το καρφίτσωνε, αυτοσχεδιάζοντας,  στο ιερό κουβούκλιο που εκπροσωπούσε το θείο τελετουργικό.

Λίγο πιο μπροστά, είχε γίνει η περιφορά του Εσταυρωμένου, σε ολόκληρο τον οικισμό. Είχαμε σταθεί ψέλνοντας σε κάθε σπίτι. Γεροντικά πρόσωπα και πολυάσχολες νοικοκυρές, που δεν είχαν μπορέσει να έρθουν στην εκκλησία, με συγκίνηση  μας έλεγαν “και του χρόνου”. Ξαφνικά όλοι είχαμε γίνει γνωστοί και αδέλφια. Δεν ξέρω αν “πιστεύετε” και   πόσο, εκείνο όμως που έχει σημασία,  είναι πως είτε το θέλομε είτε όχι, στην Ελλάδα η Ορθοδοξία, χαλαρά  ή όχι, είναι συνυφασμένη με τη ζωή μας. Και αφήστε  τις ιστορίες και τους φανατισμούς και από τις δυό μεριές. Εμείς την Ορθοδοξία, τη  θέλομε κοντά μας. Αλλά όπως τη θέλομε εμείς  και όχι όπως μας την δίνουν  στην άλλη εκκλησία που παρευρέθηκα εφέτος στην Ανάσταση!

Η εκκλησιά, αυτή η άλλη  και αυτή επαρχιώτικη, δίπλα στο νεκροταφείο της περιοχής. Μη φανταστήτε,  τίποτε το φανταχτερό. Πάντως προσεγμένη και εικονογραφικά αγιογραφικά και αισθητικά οργανωμένη. Μεγάφωνα,     σαματάς,  φώτα νέον,  ασύστολο μάζεμα του κεριού από απόλυτα ψυχρά και αδιάφορα χέρια  προτού καν το ανάψεις   και μια ηλεκτροκίνητη καμπάνα, δίδυμη  ή ίσως και τετράδυμη, που αλήθεια δεν με ενδιέφερε να  προσέξω, κακόηχη όμως και  με ξύλινο  άκουσμα... Κτυπά  παράξενα, και δεν μιλά στις καρδιές. 

Μπήκα στην εκκλησία αρκετά προτού έρθει το σκοτάδι για το παραδοσιακό “Δεύτε λάβετε φώς”.

Ένιωθα συνέχεια ότι κάποιος με απωθούσε βίαια και άκομψα και άπρεπα θα έλεγα για τον ιερό χώρο. Ξαφνικά  κάποια γυναικεία φωνή τσίριξε στα αυτιά μου. ΄Εσχισε στη μέση την ιερή μυσταγωγία, δίνοντας  μια παραγγελιά φωναχτά σε μια ηλικιωμένη κυρία, πέντε σειρές μπροστά.  «Θειά, ήρθαμε, σε περιμένομε έξω».  Γυρίσαμε όλοι το κεφάλι και   μετά από αυτή την ενημέρωση, πάψαμε να ανησυχούμε για το πού θα μπορέσομε να βρούμε τον ανίερο  δράστη.  Εν τω μεταξύ, ο λαρυγγόφωνος ψάλτης έδινε το στίγμα του, απτόητος για το βασανιστήριο που μας υπέβαλε. Ευτυχισμένη στιγμή για εμάς, όταν  διέκοψε  έκπληκτος τον “πλάγιο”, καθώς    άκουσε να αντηχεί σε όλο το εκκλησίασμα η τραχειά φωνή του “λαχανογορίτη” επιτρόπου, να μας προστάζει επιτακτικά: «Παραμερίστε, φύγετε από εδώ, εγώ έχω εργασία να κάνω».  Η εργασία του ήταν, να φτάσει στους ηλεκτρικούς διακόπτες  και με την εξουσία που του  έδινε η θέση του και η ΔΕΗ, ηδονικά  να μας αλλάξει το φώτα. Τώρα,   φώς  καινούργιο, Άγιο, θεόπεμπτο και σταλμένο από τον ιερό ναό της ιεροσολυμίτισας  και  εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσης,  μητρός Εκκλησίας. Ανασάναμε, τρέξαμε να πάρομε το Άγιο Φώς, από τα χέρια του ιερέα, που ελαφρώς μας εξαπάτησε. Στην προσταγή του:  «Δεύτε λάβετε φώς», εμείς  μεν σπεύσαμε αλλά καi εκείνος έσπευσε ταχέως και ασθμαίνων,  προς την έξοδο ή ανάλογα είσοδο της εκκλησίας αφήνοντας μας άναυδους. ΄Εμοιαζε, σαν μέσα από ένα αγώνα δρόμου, να ήθελε να απαλλαγεί  από εμάς και αυτό το συναίσθημα, διατηρήθηκε μέχρι τέλους. Αναρριχήθηκε στην υπερβολικά μεγάλη σκαλωσιά, που αποτελούσε και μέρος του σκηνικού του κωδωνοστασίου και έφτασε στην κορυφή. Εκεί πήρε ανάσα.

Είχε φτάσει  η στιγμή, έμπρακτα  να μας εκδικηθεί : Θα διάβαζε, το γιορταστικό διάγγελμα του μητροπολίτη. Και εκεί ολύμπιος και υπερήφανος, στεφανωμένος από τις δίδυμες ηλεκτροκίνητες καμπάνες, άρχισε να απαγγέλει  ένα  μακροσκελές “φερμάνι”.  Από όλο το ανούσιο κατεβατό, ένα πράγμα συγκράτησα: «Μετά την Ανάσταση να μην  πάτε να φάτε, αλλά  να καθήσετε στη λειτουργία μέχρι το τέλος». Δεν ήταν το νόημα των λόγων, αλλά το πως τα μετέφερε.  Κάτω από τον συμβολικό  Μωυσή,  που έφερνε τα θεόσταλτα μηνύματα του δεσπότη, απλοί άνθρωποι, εργατικοί  με τα καλά τους, τα καλά της Κυριακής, απέδιδαν τον πρέποντα σεβασμό, σε αυτά που πήραμε από τους πατεράδες μας.  Συμμετείχαν ταπεινά, αμίλητοι τώρα,   στη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Τα  άλλα έτρεξαν πολύ γρήγορα. Με το «Διαγενομένου του Σαββάτου...» πότε φτάσαμε στο «Ηγέρθη ουκ έστιν ώδε»  και στο «Χριστός Ανέστη»   δεν το κατάλαβα. Πρόλαβαν και μου το μήνυσαν οι ηλεκτροκίνητες καμπάνες με το κακόηχο  τους άκουσμα, δείγμα και αυτό αντιπροσωπευτικό μιας υλιστικής εποχής.   Και του χρόνου λοιπόν.

Δεν ξέρω όμως, γιατί φεύγοντας και εγώ, ενσυνείδητος παραβάτης της δεσποτικής εντολής, φανατικός  ρέκτης εκείνης της περιπόθητης μαγειρίτσας,  άθελά  μου  ψέλισα  εκείνο το «Ιησού Χριστέ μου Βασιλεύ του παντός. Τι ζητών τοίς εν τώ Άδη, ελήλυθας: ή το γένος καταλύσαι των βροτών».

 

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 252 επισκέπτες και κανένα μέλος