Σύγχρονη εικόνα που ταράσσει την ψυχική μας οντότητα, είναι η παρουσίαση της περιθωριακής  τραγικότητας, στις γυάλινες οθόνες. Θαρρείς πως  όλα τα κανάλια, συμμετέχουν σε έναν αγώνα δρόμου σκυταλοδρομίας, όπου οι προστάτες  πεισματικά αλλάζουν τη σκυτάλη,  επιθυμώντας  να επαναφέρουν την όποια ευταξία, στη δύσμοιρη ζωή.. .

Tηλεοπτικές Εξομολογήσεις!

 

Σύγχρονη εικόνα που ταράσσει την ψυχική μας οντότητα, είναι η παρουσίαση της περιθωριακής  τραγικότητας, στις γυάλινες οθόνες. Θαρρείς πως  όλα τα κανάλια, συμμετέχουν σε έναν αγώνα δρόμου σκυταλοδρομίας, όπου οι προστάτες  πεισματικά αλλάζουν τη σκυτάλη,  επιθυμώντας  να επαναφέρουν την όποια ευταξία, στη δύσμοιρη ζωή..

Ηρωες και  ηρωίδες, συνωστίζονται σε έσχατη θεατρική λύπη,  να παίξουν το νούμερο του πρόωρου και δήθεν αθέλητου θανάτου. Περιθωριακοί και πρώην ή και νυν -δήθεν -ευυπόληπτοι πολίτες, δραπέτες φυλακών και αναμορφωτηρίων, υπόλογοι του ποινικού νόμου,  μοιχοί και μοιχαλίδες, έμποροι – αρσενικοί και θηλυκοί -του αγοραίου έρωτα, αναλώνονται σε υποκλίσεις και κολακείες  προς την μεγάλη ή τον μεγάλο συντονιστή και οικοδεσπότη.  Μα και συναγωνίζονται σε βωμολοχίες, προς  τον πρωταγωνιστή της ετέρας πλευράς, δείγματα της αξιωσύνης του προσκεκλημένου..

 Η μητρότητα πέφτει στη λάσπη: “Μα εγώ δεν πρέπει να κάνω τη ζωή μου;”

Γι’ αυτό και μάνα ούσα, κλειδώνει τα παιδιά της τα ανήλικα, μοναχά στο σπίτι,  όταν φυσικά λείπει ο σύζυγος σε δουλειές, για να προχωρήσει στο προπατορικό αμάρτημα.

Σε άλλο επεισόδιο, ο σύζυγος  επαίρεται: ”Εγώ είμαι άνδρας” και  αμέσως  έρχεται η ανέκδοτη δήλωση: “Ο άνδρας για να κρατά δέσμια τη γυναίκα του, πρέπει να την δέρνει”. Τώρα,  το  σκηνικό αλλάζει οπτική γωνία: “Ο άνδρας μου όταν γυρίζει στο σπίτι, δεν θέλει  να κάνει όλες τις δουλειές- τη λάτρα του σπιτιού εννοείται”. Και στην απορία, εσύ τι κάνεις,  αφού δεν δουλεύεις: “Μα βεβαίως και δεν δουλεύω. Άλλωστε γι’ αυτό τον παντρεύτηκα!  Βγαίνω,  έχω τις δικές μου δουλειές. Κομμωτήριο, καφές, φίλες”.  Δεν  λέει παντρευτήκαμε, αλλά τον παντρεύτηκα!

Το περίεργο είναι, ότι τέτοιες προβαλλόμενες εικόνες, αντιστέκονται στη  φθορά του χρόνου, και δεν εξαντλούνται σε μια χρονική στιγμή ή εποχή.  Ακόμη ότι οι εικόνες αυτές,  δεν είναι κάτι το σπάνιο, αλλά το σύνηθες· το κλασικό θα λέγαμε.

 Το κίνητρο,  που οδηγεί την οικογένεια ή το μεμονωμένο άτομο, στην τηλεοπτική εξομολόγηση, είναι αποσιωποιημένο. Ίσως  κάποιο   χρηματικό έπαθλο, ίσως όμως και αυτό να είναι δευτερεύον, μπροστά στην ευκαιριακή προβολή. Στην ευκαιρία της δημοσιοποίησης μια προσωπικής και μονομερούς ενίοτε αδικίας. Η τηλεοπτική απογύμνωση που ακολουθεί,  μπορεί να κοστίζει κοινωνικά στους συμμετέχοντες, σ’ αυτούς τους ίδιους, αλλά  δυστυχώς και στα παιδιά τους. Φτάνει όμως που τους βλέπουν.

Παγιδευμένη  σε έναν παραλογισμό η οικογενειακή εστία διασύρεται. Ο γενέθλιος τόπος, ξεφτιλίζεται σε μια καλλωπισμένη βαναυσότητα.

Η συντονίστρια  ή ο συντονιστής,  μεθοδικά διαχειρίζονται τον ανθρώπινο πόνο, ψηλαφούν τις  κοινωνικές  πληγές  προσεκτικά και  μεθοδικά·  στριφογυρίζουν  βαθειά μέσα σε αυτές φροντίζοντας  να συμβάλουν στον προθανάτιο ρόγχο του θύματος. Και όσο το μαχαίρι χώνεται βαθύτερα,  όσο ο ρόγχος γίνεται πιο δυνατός, τόσο  και το φιλοθεάμον κοινό αγάλλεται  και ικανοποιείται.

Εδώ στο άψυχο γυαλί, πιέζεται το  έμψυχο  αντικείμενο να εξωτερικεύσει τα καταχωνιασμένα πάθη του, να ξαναζήσει κοινοποιώντας τις ιδιαίτερες στιγμές του. Όλα εκείνα τα σκοτεινά σημεία  μιας αγοραίας συμπεριφοράς, όλα βορά στο πιάτο του αδηφάγου θεατή. Καλή όρεξη, λοιπόν.

Όμως, η μαστόρισσα  αχόρταγη, δεν σταματά. Φέρνει το θύμα σε μια καταλυτική υπαρξιακή αγωνία και αποσύνθεση, σε μια κατεδάφιση  ψυχής και το οδηγεί στην ανθρώπινη μετάλλαξη. Τα αθύρματά της,  άβουλα πιά παιχνίδια,  εξάπτονται αμύνονται, ισοπεδώνονται: Σύζυγοι, παιδιά, γονείς,  ιδανικά,  οικογένειες, θρησκείες- στον αχταρμά της κατανάλωσης.

Η τραγικότητα ανεφλέγη. Το επιζητούμενο φτάνει στο τέλος του. Το καμπανάκι, αγγελτήριο μιας πύρρειας νίκης, έχει σημάνει. Οι θεατές και οι πρωταγωνιστές του δράματος,  όλοι φτωχά δίποδα, απογυμνωμένα πάσης ηθικής πραγματικότητας, έχουν παρακολουθήσει το κουρέλιασμα  της ζωής· της ζωής και των δυό τους  σε όλες της εκφάνσεις της. Όλοι, τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Μαζί και ιδιαίτερα οι συντονιστές.

Είναι στιγμές,  που δεν ξέρει κανείς ποιόν να  ψέξει και να λυπηθεί. Αυτό τον δύσμοιρο, που το χαμηλό του πνεύμα  και η εναντία σ’ αυτόν μοίρα τον φέρνει στο προσκήνιο της τηλεθέασης,  τον θεατή με το ζωώδες ένστικτο ικανοποίησης, όταν βλέπει τη δυστυχία ή τον οργανωτή,  τον κυρίως εκμαυλιστή και εκτελεστή το ανθρωπίνου ολοκαυτώματος; Γιατί αυτός ο τελευταίος είναι που  πληρώνει και πληρώνεται για να προκαλέσει τη ροή του αίματος. Μήπως όμως και τελικά  ο εκμαυλιστής δεν θα υπήρχε, αν δεν υπήρχαμε εμείς οι αποδέκτες του θεάματος της ανθρώπινης δυστυχίας; Πιστεύω ότι κανένας μας δεν είναι αναμάρτητος. 

Δυστυχώς, ο πόνος και η στειρότητα του πνεύματος καταργούν την ταυτότητα μιας ζωής, που ο καθένας  πάσχισε    να οικοδομήσει για τον εαυτό του και  τους γύρω του.

Και ενώ μέσα στο σκοτάδι συνεχίζει να  παίζεται το θέατρο του παραλόγου, έξω ο ήλιος συνεχίζει την πορεία μιας φαινομενικής ισότητας, δικαιοσύνης και αγάπης.

 

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 453 επισκέπτες και κανένα μέλος