«Το σπίτι που γεννήθηκα
κι άς το πατούν οι ξένοι,
στοιχειό είναι και με προσκαλεί.
Ψυχή και με προσμένει».

Αυτές τις μέρες κληθήκαμε σε ένα χρέος: Να θυμηθούμε έναν από τους κορυφαίους ανθρώπους, τους πνευματικούς του τόπου μας, τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Αυτές τις μέρες, που ήδη έχουν σχεδόν περάσει 150 χρόνια  από τη γέννησή του και  σχεδόν 65

Παλαμάς,  ένας κορυφαίος!

 

«Το σπίτι που γεννήθηκα

κι άς το πατούν οι ξένοι,

στοιχειό είναι και με προσκαλεί.

Ψυχή και με προσμένει».

 

Αυτές τις μέρες κληθήκαμε σε ένα χρέος: Να θυμηθούμε έναν από τους κορυφαίους ανθρώπους, τους πνευματικούς του τόπου μας, τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Αυτές τις μέρες, που ήδη έχουν σχεδόν περάσει 150 χρόνια  από τη γέννησή του και  σχεδόν 65 από τον θάνατο του. Ο θάνατος του Παλαμά δεν ακολούθησε μια συνηθισμένη εξόδειο διαδικασία, ήταν μια παλλαϊκή σύναξη σ’ ένα Αθηναϊκό συλλαλητήριο αντίστασης. Στην βίωση των “πιστεύω” μας και στις ρίζες της φυλής μας. Ήταν μια διακήρυξη ενός λαού, μια διακήρυξη υποταγής στα πεπρωμένα του, ένα προσκύνημα στους αγώνες του έθνους, ένα καινούργιο “Οχι” στα έκπληκτα μάτια του κατακτητή που ξαφνιάστηκε σε αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτόν, υπερήφανο ξεσήκωμα. Η Ελλάδα έδειχνε να υψώνει το ανάστημά της. Συντηρητικοί και προοδευτικοί, δεξιοί και αριστεροί, γέροι και νέοι, ισοπέδωσαν ηλικιακές και ιδεολογικές τοποθετήσεις. Μαζί τώρα αντάμα, και εκείνοι που τον είχαν σεβαστεί στη ζωή του και εκείνοι που είχαν δηλώσει τις αντιρρήσεις τους, ένωναν τη φωνή τους σε ένα σάλπισμα του Σικελιανού “Ηχήστε σάλπιγγες. Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά όλη η Ελλάδα”.


Ο Παλαμάς  υπήρξε  μεταξύ των κορυφαίων  νεοελλήνων ποιητών του 19ου  και αρχών του 20ου αιώνα. Συνάμα διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, χάραξε το δικό του  δρόμο και έδωσε τη δική του διακονία στην θεά της τέχνης του.

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859 - πέθανε το 1943,  στην Αθήνα. Στο γενεαλογικό του δένδρο, καταγράφεται μια παλιά Θεσσαλική και Ρουμελιώτικη καταγωγή.  Και πορεύεται μια ζωή στο Μεσολόγγι, όπου και οι εγκύκλιες σπουδές του. Το 1875, τον βρίσκομε φοιτητή στη Νομική σχολή στην Αθήνα, την οποία και δεν τελείωσε· τον τραβούσε η λογοτεχνία. Αρχίζει να συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά  και λοιπά έντυπα. Το 1886, εκδίδει την πρώτη του συλλογή. Παντρεύεται, και το 1897 διορίζεται γραμματέας στο Πανεπιστήμιο  Αθηνών, όπου και παραμένει μέχρι το 1928. Υπέρμαχος της δημοτικής γλώσσας  και γλωσσοπλάστης, μερικές φορές, απομακρύνεται από τη γλώσσα που μιλιέται από τον λαό και ολισθαίνει σε  διανοήστικα τεχνοφτιαγμένες  ατραπούς. Είναι η εποχή, που πολλοί ξεφεύγουν από μια φυσιολογική εξέλιξη της γενικής ντοπιολαλιάς και προσπαθούν να τη στρατεύσουν. (Ψυχάρης κ.λ.π.) Τιμάται και με το Αριστείο των Γραμμάτων και τεχνών και το 1915, γίνεται ιδρυτικό  μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.  Το 1930,  δικαιωματικά αξιώνεται και χρηματίζει και πρόεδρός της.

Δεσπόζει  και θα δεσπόζει στο χώρο της Ελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης αλλά πληττόμενος από την ειμαρμένη, γονατίζει ψυχικά από το θάνατο του μικρού  τρυφερού παιδιού του, Άλκη. Στη μνήμη του,  αφιερώνει σειρά σπαρακτικών ποιημάτων. (Ίαμβοι και ανάπαιστοι)

Όπως ανέφερα στην αρχή του παρόντος άρθρου, ο ποιητής Παλαμάς έχει ανάστημα. Δεν διστάζει να βλέπει το κατάντημα του Έθνους, το ξεφτίλισμα της φυλής και το φέρνει στο φώς του ήλιου. “Να το δούμε όλοι, - προσπαθεί  να μας πεί - μήπως και κάποτε ξυπνήσομε” .

Για τη Ρωμιοσύνη και την κατηφορική της πορεία, σε κάποιο σημείο στον “Δωδεκάλογό” του γράφει:

«Και οι προφήτες που θα προσκυνά, νάνοι και αρλεκίνοι… Και σοφοί του και κριτάδες

του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,

και διαφεντευτάδες του, οι ευνούχοι».

Σέβεται τους αγώνες του Έθνους  και στους “Βωμούς” του   προβαίνει σε παραίνεση 

«Παιδί, το περιβόλι μου  που θα κληρονομήσεις,

όπου το βρής κι όπως το δής να μην το παρατήσεις». Και προχωρεί ορμητικά και αποφασιστικά:

«Κι αν είναι κι΄έρθουν χρόνια δίσεκτα,

πέσουν καιροί ωργισμένοι,/

….μη φοβηθείς το χαλασμό: Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα

ξεσπέρμεψε το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο». 

Και  καταλήγει:

 “Και μη έχοντας πιο κάτω άλλο σκαλί

να κατρακυλίσης  πιο βαθειά στου Κακού τη σκάλα,

- για τα ανέβασμα ξανά που σε καλεί

θα αιστανθής να σου φυτρώσουν, ώ  χαρά!

τα φτερά,

τα πρωτινά σου τα μεγάλα!”


Στο θάνατο του Ποιητή, εκείνη τη στιγμή,  η Ελλάδα στάθηκε κοντά στο λόγο του. «Σε ακούμε, στα προστάγματα σου -  βροντοφώνησε. Ο σπόρος σου δεν χάθηκε».  Τελικά τον ακούσαμε τότε, τον ακούμε όμως τώρα ή δεν τον ακούμε και αν τον ακούμε πού είναι ο σπόρος του; Ο σπόρος  θα πω που δώσαμε στα παιδιά μας. Ή μήπως και δεν τον δώσαμε ποτέ, γιατί και εμείς ποτέ δεν ακούσαμε ή δεν θελήσαμε να τον ακούσομε;


Αλλά για τον Παλαμά θα συνεχίσω σε άλλο άρθρο προχωρώντας σε περαιτέρω δείγματα της γραφής  και προπάντων των μηνυμάτων του. Γιατί όντως είχε μηνύματα.

 

–––––––––––

Βοηθήματα

1) “Νέα Εστία” Αφιέρωμα 1943.

2) Ε Παπανούτσου: “Καβάφης, Παλαμάς,  Σικελιανός”. Εκδ Ίκαρος 1955

3) Κ Παλαμά “Βωμοί” Εκδ Σιδέρης 1915

4) Κ Παλαμά: “Δωδεκάλογος του Γύφτου”, Αξιός

5) Π. Χάρη “Κ. Παλαμάς”, “Βήμα” 1968

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 815 επισκέπτες και κανένα μέλος