Η Βούλα Παπαχρήστου έχει προ πολλού επιλέξει να υπάρχει δημοσίως στον πρόστυχο τούτο κόσμο διά του αθλήματός της. Ο δραστικός δημόσιος λόγος της είναι οι επιδόσεις της στο τριπλούν. Ουδείς, βεβαίως δικαιούται να της απαγορεύσει τη δυνατότητα έκφράσεώς της και σε όλα τα άλλα διαθέσιμα επίπεδα, όπως οι ποικιλώνυμες παγίδες «κοινωνικής δικτύωσης» του Διαδικτύου, οι δελεαστικώς και σκοπίμως προσφερόμενες στην πανανθρώπινη ανάγκη για δημόσια έκφραση και σαχλαμάρα.
Στοιχειώδης όμως αυτοπροστασία θα έπρεπε να την είχε καταστήσει προσεκτικότερη. Ιδιαίτερα μετά τους ευάριθμους αποκλεισμούς Ελλήνων πρωταθλητών από τις διεθνείς αθλητικές συναντήσεις, αρχής γενομένης από τον άριστα μεθοδευμένο αθλητικό θάνατο των Κεντέρη και Θάνου. Σε κάθε διεθνή στίβο ευγενούς ή και εντελώς εξαγριωμένης αντιπαράθεσης ο αγωνιζόμενος δεν εκπροσωπεί μόνο τον εαυτό του. Κυρίως εκπροσωπεί τη χώρα του, την πατρίδα του. Ελαχίστη συναίσθηση αυτής της ευθύνης δεν επιτρέπει χώρο υπάρξεως στην επιπολαιότητα. Πόσο μάλλον όταν και οι πλέον «καλοπροαίρετοι» των Ελλήνων, όπως επί παραδείγματι οι ακλόνητα πιστεύοντες στην φιλοπατρία του Γιώργου Παπανδρέου, έχουν αρχίσει προ πολλού να ψυλλιάζονται ότι «κάτι τρέχει» με τους αποκλεισμούς των πρωταθλητών μας και αυτό το «κάτι» δεν είναι άλλο από τη διατεταγμένη αναγκαιότητα της πολύμορφης υποβάθμισης της χώρας μας, ώστε οι Έλληνες να αποδεχθούμε μοιρολατρικά –και συμπλεγματικά- τον ρόλο του καρπαζοεισπράκτορα, να κατεβάσουμε τα χέρια και απλώς να δεόμεθα για λιγότερες καρπαζιές.

Η ρετσινιά του ρατσισμού απονέμεται αφειδώς στους φτωχοδιάβολους από τους μακράν κορυφαίους ρατσιστές στον κόσμο, τους αφανείς επικυρίαρχους των «αγορών», που παίρνουν αποφάσεις για την ανθρωπότητα στις συνεδριάσεις της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ και των άλλων υπερεθνικών συμμοριών. Την ίδια ρετσινιά κολλάνε ηδονιστικά και κάποιοι εγχώριοι «αριστεροί» της πλάκας, που σε κάτι τέτοια ρεσιτάλ υποκρισίας εξαντλούν την κατά αυτοπροσδιορισμό προοδευτικότητά τους, την ίδια ώρα που και με δική τους, πλέον, κυβερνητική συνευθύνη οι Έλληνες οιμώζουν στο νέο Άουσβιτς που τους μάντρωσαν. Κι έτσι η πολιτική της δουλικότητας και του κομπλεξισμού παρεμβαίνει βάναυσα  και γελοιοποιεί απροκάλυπτα την κατ’ ευφημισμό ανόθευτη αθλητική άμιλλα, όπως ακριβώς είναι γελοία η συζήτηση περί αναβολικών όταν καταγγέλλεται με στοιχεία ότι οι Αμερικανοί δρομείς με τις υπεράνθρωπες επιδόσεις δεν χρειάζεται να κάνουν χρήση αναβολικών, αφού πλέον υποβάλλονται εδώ και δέκα τουλάχιστον χρόνια σε γονιδιακή μετάλλαξη, η οποία βεβαίως δεν ανιχνεύεται.
Η Βούλα Παπαχρήστου όφειλε να υπολογίζει την πικρά αποκτημένη γνώση ότι από την Ολυμπιάδα του 2000 στο Σίντνεϊ, τουλάχιστον, «την έχουν στημένη» στους Έλληνες πρωταθλητές που διεκδικούν ολυμπιακά μετάλλια και άλλες παγκόσμιες διακρίσεις, τόσο οι διεθνείς «Αθάνατοι», όσο και τα ντόπια τσουτσέκια τους. Είναι απαράδεκτο μιά χώρα των δέκα εκατομμυρίων κατοίκων να αφαιρεί ολυμπιακά μετάλλια από τις υπερδυνάμεις –κυρίως από τις Η.Π.Α- και μάλιστα χωρίς οι Έλληνες πρωταθλητές να προστατεύονται από την «ευγενή» χορηγία κάποιας πολυεθνικής εταιρείας. Είναι ανεπίτρεπτο. Όλως περιέργως ντοπάρονται και παραβατούν κυρίως οι Έλληνες πρωταθλητές. Οι υπόλοιποι είναι «παρθένες».

Όμως απαράδεκτη είναι και η δουλοπρέπεια των αθλητικών και πολιτικών ταγών μας και η υπερβάλλουσα συνέργειά τους στον συστηματικό αποκλεισμό των Ελλήνων πρωταθλητών, που απροσχημάτιστα πλέον δεν αρκείται στο άλλοθι του ντοπαρίσματος, αφού έφτασε να  απαγορεύει την διάκριση των επικίνδυνων αθλητών μας για ψύλλου πήδημα ή για κουνουπιού τσίμπημα, όπως στην περίπτωση της Βούλας Παπαχρήστου. Οπότε, γιατί στο προσεχές μέλλον να μην αποκλειστεί αθλητής ή αθλήτριά μας για ανάρμοστη σεξουαλική συμπεριφορά, ή ακραίες ενδυματολογικές προτιμήσεις. Λογικό θα μου φαινόταν.
Παρέστημεν μάρτυρες και αδρανείς συνένοχοι σε κρούσμα εθνικού κανιβαλισμού με θύμα ένα κορίτσι που έχει φτύσει αίμα για να μπορεί να κάνει πρωταθλητισμό. Τον δρόμο της ντροπιασμένης εδαφιαίας υπόκλισης έδειξαν και πάλι τα ανθρωπάκια που με την δική μας ανοχή  μας κυβερνούν. Υπερθεματίζουν των ξένων αφεντικών τους δουλικότατα σε αναθέματα και αφορισμούς, πάντοτε σιχαμερά βασιλικότεροι του βασιλέως και έμπρακτοι ρατσιστές κατά των Ελλήνων.
Στη συνείδησή μου η Βούλα Παπαχρήστου εκπροσωπεί κάθε Έλληνα αθλητή που αγωνίζεται με ανείπωτους κόπους, θυσίες και στερήσεις, συχνά πίνοντας πικρά ποτήρια, για ν’ ανέβει κάποια στιγμή στο βάθρο των νικητών μιάς διεθνούς αθλητικής διοργάνωσης και ν’ αντικρίσει την ελληνική σημαία να υψώνεται μπροστά του. Το ότι είπε δημόσια μιά δυσανάλογα ακριβοπληρωμένη σαχλαμαρίτσα, δεν μπορεί να μειώσει τα όσα ίδρωσε, τα όσα στερήθηκε, τα όσα πρόσφερε και θα προσφέρει. Αν δεν το ήξερε, το έμαθε τώρα πια, πως το να είσαι Έλληνας είναι τιμή και κατάρα. Μιά χαρά και δέκα πίκρες.

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 1048 επισκέπτες και κανένα μέλος