Ήμουν φοιτητής, όταν εκεί στη σκοτεινή γωνιά του Εθνικού κήπου, παρακολούθησα για πρώτη φορά την τραγωδία του  Άγγελου Σικελιανού : «Ο Χριστός λυόμενος, ή όπως παρουσιάστηκε  «ο Θάνατος του Διγενή» Ακρίτα...

Ο Χριστός λυόμενος


Ήμουν φοιτητής, όταν εκεί στη σκοτεινή γωνιά του Εθνικού κήπου, παρακολούθησα για πρώτη φορά την τραγωδία του  Άγγελου Σικελιανού : «Ο Χριστός λυόμενος, ή όπως παρουσιάστηκε  «ο Θάνατος του Διγενή» Ακρίτα.  Με είχε συνεπάρει, η βροντερή φωνή του  Χατζίσκου,  με συμπρωταγωνίστρια - αν θυμάμαι καλά -την Τιτίκα Νικηφοράκη  να φέρει το βάρος του έργου και στο βάθος στο σκηνικό, τον Σαμψών  ζωγραφισμένο να σπρώχνει τις κολώνες, του ναού και να γκρεμίζει το ναό μετά των αλλοφύλων.

Στην παράσταση  καταγγέλλονταν  φοβερά πράγματα.  Πράγματα που εγένοντο εκείνη την εποχή αλλά και εξακολουθούν να γίνονται ακόμη και σήμερα. Αγώνες και δολοπλοκίες  στο βωμό της  εξουσίας, που καταπατά κάθε ιερό και όσιο στο όνομα του υλικού κέρδους. Και που δυστυχώς σε εξακολουθητική συνέχεια  παρουσιάζονται και σήμερα.

Την άλλη μέρα έτρεξα στα βιβλιοπωλεία να αγοράσω το κείμενο. Βρήκα την Τραγωδία του  “Διγενή” σε   έκδοση   του  Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών,   με πρόλογο και σχόλια του  Οκταβίου Μερλιέ,  διευθυντή του ινστιτούτου και  καθιερωμένου μεγάλου φιλελληνιστή και μελετητή της Γραμματείας των αρχαίων προγόνων.

Στην  παρούσα ιστορία, η βυζαντινή εξουσία,  βασιλική και θρησκευτική  καθώς  υπερμαχόνται για την κλυδωνιζόμενη επιβίωση  της ορθοδοξίας, βρίσκονται σε μια δύσκολη φάση σύγκρουσης με τους “αιρετικούς”  Παυλικιανούς, που ακολουθουν τις επιταγές του αποστόλου Παύλου, της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας.

Ό,τι  ξέρουμε για την Παυλικιανή αίρεση,  το ξέρουμε   σχεδόν  αποκλειστικά, από τα κείμενα που την πολέμησαν,  γεμάτα θρησκόληπτο   φανατισμό.

Από  κείμενα,  που προέρχονται είτε από τον Φώτιο, τον Πατριάρχη, είτε από την Άννα την Κομνηνή, είτε από τον Ζιγαβηνό, είτε από όσους  ασχολήθηκαν και που  ανεξαίρετα όλοι, ανήκουν  στην ορθόδοξη  και αντίπαλη παράταξη (Οκτάβιος Μερλιέ). Από αυτή την δογματική παράταξη, που προσπαθώντας  να επιτύχει και διατηρήσει  την ενότητα της,  απομάκρυνε ασυναίσθητα, το ίδιο το Άγιο Πνεύμα του Χριστού.  Αυτό βοήθησε ασφαλώς με τον καιρό,  να υποταχθεί η Εκκλησία  στο Κράτος, ώστε ο Πνεύμα που προοιωνιζόταν να υπηρετήσει τις θείες επιταγές, να γίνει αντίθετα θεοκρατικό, ιμπεριαλιστικό και κληροκρατικό. (Οκτ. Μερλιέ). Έτσι  όλα τα αιτήματα, που  η αυθόρμητη  λαϊκή θρησκευτικότητα περικλείει πνίγηκαν από την οργανωμένη επαγγελματική θρησκευτικότητα, σε ένα θεοκρατικό καισαρισμό, οδηγώντας στο δρόμο της αντίθεσης.

Στην αίρεση των Παυλικιανών –από ό,τι βρήκα  γραμμένο - φαίνεται  να διατυπώνεται η θέση, ότι επιζητείται να ξεσκεπαστεί η καθολική αλήθεια  και η τέλεια Χάρη του Ευαγγελίου. Τα περισσότερα  υπέρ και κατά, της αίρεσης, θα πρέπει να αναζητηθούν από τους ειδήμονες μελετητές  της επιστήμης της θεολογίας και  τα περαιτέρω, δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου και πόρω απέχουν του σκοπού του γράφοντος, που τον κρατούν άλλωστε και  τελείως αδιάφορο.  Θα περιοριστώ στην ουσία του πράγματος  και  φυσικά όχι την θεολογική τοιαύτη. Ο αυτοκράτορας του  Βυζαντίου ο  Βασίλειος  ο Α΄, ο Μακεδών (867-886), αφού δολοφόνησε τον συναυτοκράτορα του  Μιχαήλ  Γ΄ , έγινε ο ίδιος σφετεριστής του θρόνου αυτοκράτορας. Προηγουμένως, είχε φροντίσει να τον χαρακτηρίσει ως “Μέθύστακα”(;) και να του προσάψει τον τίτλο στην ιστορία.

Ο βυζαντινολόγος Diehl, γράφει για τον Βασίλειο,  ότι ήταν σκληρός και  αδίστακτος. Ο Βασίλειος λοιπόν,  επισκέπτεται τον Διγενή στα λημέρια του, προς συνετισμό και  με σκοπό να τον επαναφέρει στη δογματική ορθοδοξία. Μαζί του και   συνοδεία  ο Πατριάρχης Φώτιος -  μεγάλη θρησκευτική φυσιογνωμία -  ο οποίος στην αρχή,  όταν ο  Βασίλειος δολοφόνησε τον Μιχαήλ εξανέστη αλλά και γι’ αυτό τον διώξανε. Άργότερα όμως μετανόησε, προσκύνησε στο αυτοκρατορικό σανδάλι “όπως συνηθιζόταν” και ανανήψας  εθνικά επαναφέρθηκε στον πατριαρχικό θρόνο -σαν ανταμοιβή της υποταγής του. Και νάτος τώρα μαζί με τον Βασίλειο υπέρμαχοι της ορθοδοξίας, επιτιμητές του Διγενή.

Ο Διγενής έχει υπερήφανη  γλώσσα. Στην αρχή του έργου, αντιμετωπίζει και πείθει τον εξομολογητή του, Ιλαρίωνα:

«Ότι αυτός δεν έντυσε  τον λόγο του θεού -το τετραβάγγελο -στο χρυσάφι  για να βάζει τους πιστούς να  προσκυνούν δήθεν το Άγιο το Πνεύμα, αλλά στην πραγματικότητα το ίδιο χρυσάφι και μαζί και το χέρι του δεσπότη. Αυτός θέλει το Χριστό  λεύτερο. Έξω  από το σταυρό του μαρτυρίου».

« Ένα Χριστό,  που όπως λέγει αργότερα στον Βασίλειο,  τον θέλει  να ανασταίνεται  και η γιορτή της Ανάστασης Του να είναι Πάσχα χαράς όλων των λαών και όλων των κατατρεγμένων μας»

«Πάσχα πλατύ, Πάσχα τρανό,  σαν την καρδιά μας.

Πάσχα για φίλους, Πάσχα για εχθρούς, Πάσχα για όλους.

Εδώ είναι Πάσχα και το θέλομε ως το τέλος Πάσχα!

Πολύ αλήθεια ντρέπομαι  μια τέτοια νίκη».

Ελέχθησαν πολλά σκληρά. Και με πολύ σκληρή  γλώσσα.

Ο Μερλιέ εγκωμιάζει την στάση   του Ακρίτα και  τηρεί  θέση εναντια στη βασιλική κα θρησκευτική εξουσία.

Τη βασιλική και θρησκευτική, που δεν έχει  το τρίτο της πόδι,  το πόδι του σημερινού δημοσιογραφικού κατεστημένου,  για να στήσει τον τρίποδα της ανομίας.

 Σήμερα αυτός ο τρίποδας,  καλά στημένος κυριαρχεί  στην καθημερινότητα μας. Και με το ένα του πόδι, οι επαγγελματίες της θρησκείας,  προσπαθουν να σπιλώσουν πρώτα τη δική τους εικόνα,  αλλά και με ανόσιες κινήσεις και την εικόνα του εκλιπόντος  θρησκευτικού ηγέτη, συνηγορούντος και σε αυτό και του Φαναριού,  δια του απεσταλμένου του  των νέων χωρών. Ο λαός έδωσε την απάντηση. Με πάθος  και όχι καθοδηγούμενος,  συνόδευσε αυτόκλητα, χωρίς να κλάψει αλλά χειροκροτώντας και εκτός ναού στην τελευταία πορεία  τον Χριστόδουλο.

Δέχτηκε και συγχώρεσε την οποιαδήποτε ανθρώπινη αδυναμία του. Νέοι, νέοι και νέοι -και αυτό είναι το εντυπωσιακό- έσπασαν το φράγμα της συνήθους  ηλικιακής συμμετοχής, σε παρόμοιες  περιπτώσεις.

Αναγνώρισαν   στο πρόσωπο του εκλιπόντος τον ηγέτη και  την  προσπάθεια που έκανε να μιλήσει  στην ψυχή τους. Κι αυτό έγινε αποδεκτό  και παραδεκτό και από εμάς, που κατά καιρούς τον  ψέγαμε ορθά ή λανθασμένα για τις συμπεριφορές του, και από εκείνους που  του άναβαν λιβανωτούς- ιδιοτελείς ή όχι -στο περασμά του.


Ο Χριστόδουλος έγινε αποδεκτός από όλους. Την  υστεροφημία του  την κέρδισε μόνος του. Τα άλλα είναι κουβέντες για φτηνή  κατανάλωση. Και την ιστορία του δεν τη έγραψε ο νικητής στα μέτρα του. Την έγραψε ο λαός. Γιατί  ήθελε  το Χριστό, λελυμένο, λεύτερο,  στην ορθή ορθοδοξία, κοντά στο λαό,  μαζί με το λαό, δίπλα  στο λαό.

 

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 419 επισκέπτες και κανένα μέλος