Ήρθες στη ζωή μας, όταν τα μαύρα σύννεφα πάνω από την Ελλάδα είχαν αρχίσει να πυκνώνουν. Κι ως την τελευταία σου στιγμή μας τα έδειχνες κι αγωνιζόσουν να μας συνεγείρεις για τα χειρότερα που έρχονται...

 

Καλό ταξίδι

 

    Ήρθες στη ζωή μας, όταν τα μαύρα σύννεφα πάνω από την Ελλάδα είχαν αρχίσει να πυκνώνουν. Κι ως την τελευταία σου στιγμή μας τα έδειχνες κι αγωνιζόσουν να μας συνεγείρεις για τα χειρότερα που έρχονται. Κάποιοι περισπούδαστοι κοιτούσαν το δάχτυλό σου που έδειχνε τους κινδύνους.

      Ήρθες και ξανάφερες την Εκκλησία μέσα στην κοινωνία και τους Έλληνες μέσα στην εκκλησία. Κι ιδιαίτερα τους νέους και τα παιδιά. Που εισέπρατταν τη θέρμη της αγάπης σου κι από διαίσθηση -αλάθητη πάντοτε- έρχονταν κοντά σου με χαρά, όπως κι εσύ χαιρόσουν κοντά τους νά είσαι. Είχες το χάρισμα να τους μιλάς και να σ’ ακούνε. Εκείνοι που χρόνια μας μιλάνε κι έχουμε πάψει προ πολλού να τους ακούμε, φθόνησαν αυτό σου το χάρισμα κι άδειοι κατά τ’ άλλα, άδειαζαν πάνω σου τις υπερπλήρεις χοληδόχους κύστεις τους. Οι ναοί όμως συνέχιζαν να γεμίζουν στο κάλεσμά σου.

      Κάποιοι είχαν συνηθίσει, είχαν βολευτεί, με ιεράρχες διακοσμητικούς κι εσύ τους ξεβόλεψες. Ήταν επόμενο να σε μισήσουν οι λίγοι, όπως σε λάτρεψαν οι πολλοί. Γιατί καιρό λαχταρούσε ο λαός μας, έναν ηγέτη παθιασμένο με τα πιστεύω του κι ανυποχώρητο εκφραστή και υπερασπιστή τους. Να στέκει ακλόνητος απέναντι σε κείνους τους δήθεν προοδευτικούς καθοδηγητές, που πασχίζουν να μας πείσουν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να περιορίζεται στα θρησκευτικά της καθήκοντα, όπως οι ίδιοι εν τη αμέτρω μωρία και υστεροβουλία τους τα έχουν καθορίσει. Κι όμως η Εκκλησία μας είναι ταγμένη ν’ αφουγκράζεται τις αγωνίες του λαού της, να συμπάσχει και ν’ αγωνίζεται στο πλευρό του. Κι αυτό της το δικαίωμα και την ιερή υποχρέωση, δήλωνες σε κάθε ευκαιρία ότι δεν ήσουν διατεθειμμένος να απεμπολήσεις.

      Ακούμπησε πάνω σου τούτος ο λαός, τις αγωνίες και τις ελπίδες του για την πατρίδα και την πίστη του. Εκείνες τις λαχτάρες κι εκείνους τους καημούς τους ακριβούς, που φτηνά κάποιοι πολιτικοί ταγοί μας ξεπούλησαν, χλεύασαν, ταπείνωσαν κι αμετανόητοι συνεχίζουν. Όταν ξεσπάθωνες για τα εθνικά μας θέματα, γινόσουν η φωνή μας που άλλον τρόπο δεν είχε ν’ ακουστεί. Το «πες τα χρυσόστομε» έγινε «πες τα Χριστόδουλε».

      Σου συγχωρούσαμε τις όποιες κοσμικές αδυναμίες, τα όποια λάθη, γιατί νοιώθαμε ότι άνθρωπος κι όχι άγιος ήταν κάτω απ’ το ράσο. Με αδυναμίες αλλά και δύναμη μεγάλη, που τη δυνάμωνε πιότερο η δική μας αγάπη, έστω και γκρινιάρα πολλές φορές. Άνθρωπο κι όχι άγιο, θέλαμε και θέλουμε στο τιμόνι της Εκκλησίας μας. Με προτερήματα κι ελαττώματα, όπως όλοι μας, αλλά ολότελα δοσμένο στην αποστολή του και μ’ Ελλάδα γεμάτη την ψυχή του ν’ αντιπαλεύει μ’ όσους προσπαθούνε να την ξεριζώσουν απ’ τις δικές μας τις ψυχές. Έτσι σε νοιώσαμε κι έτσι μας κέρδισες.

      Σ’ αγαπήσαμε ακόμα περισσότερο για τη λεβεντιά σου απέναντι στη δοκιμασία και στο αναπόφευκτο τέλος. Μας συγκίνησε η ανθρωπιά σου, όταν δεν έκρυψες πως κι εσύ, σαν όλους μας, φώναξες στον Παντοδύναμο το παράπονό σου: «γιατί σ’ εμένα Θεέ μου»; Κι ύστερα μετάνοιωσες και είπες: «γεννηθήτω το θέλημά Σου».

      Τόσα πολλά εκείνα που ονειρεύτηκες και δεν πρόλαβες να κάνεις, για την Εκκλησία και την Πατρίδα. Τόσα πολλά αυτά που έκανες.

      Εύχομαι ο διάδοχός σου, να πάρει την Εκκλησία από εκεί που την άφησες και να την φέρει ακόμα πιο ψηλά κι ακόμα πιο κοντά μας. Γιατί λίγος, πολύ λίγος, μας φαίνεται τώρα ο χρόνος που ζήσαμε μαζί σου. Δεν χρειάζεται να στο ζητήσω, γιατί γνωρίζω πως θα πρεσβεύεις για μας στον Πανάγαθο.

      Καλό σου ταξίδι, ελληνόψυχε Χριστόδουλε!

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 381 επισκέπτες και κανένα μέλος