Η πρωταρχική έννοια της λέξης σκεπτικός στην ελληνική γλώσσα, θα πεί  αυτός που αμφιβάλλει, θέτει ερωτήματα και ερευνά σε αναζήτηση της αλήθειας.  Ο Σκεπτικισμός λοιπόν είναι το  φιλοσοφικό εκείνο ρεύμα  που εκφράζει τη λογική ανασφάλεια του ανθρώπου.
Ο αρχαίος σκεπτικισμός με δυό λόγια έχει μέσα του την αντίφαση. Προσπαθεί με λογικά μέσα   μέχρις ενός βαθμού, να αποδείξει την ανασφάλεια  του  λόγου και της γνώσης.  Στην περίοδο του Διαφωτισμού,  κατέληξε να σημαίνει δυσπιστία και ο σεπτικιστής να χαρακτηρίζεται σαν άθεος.  
Ιδρυτής αυτού του φιλοσοφικού στοχασμού, υπήρξε ο Πύρρων  από την Ηλεία.
Μίλησε κριτικά για τις πρώτες αρχές της Λογικής, επάνω στις οποίες ο Αριστοτέλης στηρίζει το  φιλοσοφικό του σύστημα και τις οποίες  θεωρεί ως άμεσα δεδομένα του νου.
Τις αρχές αυτές τις λογικής, ο Πύρρων τις απορρρίπτει.  Δηλώνει πως χωλαίνουν γιατί δεν είναι αυταπόδεικτες, αλλά έχουν ανάγκη από μια περαιτέρω τεκμηρίωση.
Η περαιτέρω τεκμηρίωση, μας λέει ότι πρέπει να βασίζεται σε ένα  κριτήριο. Το κριτήριο όμως αυτό για να σταθεί, θα πρέπει να έχει την αποδεικτική τεκμηρίωση ενός άλλου νεώτερου  τεκμηρίου. Αλλά κι αυτό το νεώτερο αποδεικτικό κριτήριο, για μην είναι δογματικό μιας αλήθειας,  πρέπει να  στηρίζεται σε κάποιο άλλο. Το σκεπτικό δίλημμα που προβάλλεται σε αυτή την κυκλική  συλλογιστική,  αναπόφευκτα οδηγεί σε μια ατέρμονη παράθεση τεκμηρίων, που αφού κανένα από αυτά δεν είναι αυταπόδεικτο,  μπορεί σε οποιαδήποτε στιγμή να προκαλέσει την κατάρρευση του όλου οικοδομήματος.                               
Συμπερασματικά, θεωρεί  ότι δεχόμαστε την αλήθεια του προβαλλόμενου σαν αληθινού,  μόνο  όταν αυτό δεν έχει την ανάγκη κριτηρίου για να αποδείξει  την αλήθεια του.
Γι΄αυτό, για να έχει την ησυχία του , “την αταραξία του”, ο Σκεπτικός,  αντί να ζητά  αποδείξεις, κριτήρια και τεκμήρια του προβαλλομένου προβλήματος, σταματά τη συζήτηση· δεν  συμμετέχει σε αυτή, απέχει ή όπως  λέγει  “Επέχει” και ακριβολογώντας   κάνει την “Εποχή” αποχή  του. (επέχω = απέχω).
Αυτή η προβολή της “Εποχής”, ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των Σκεπτικών, που όπως είπαμε σήμαινε την αναστολή κρίσης και συμπεράσματος. Συμπληρωνόταν δε με τη φράση «ουδέν μάλλον».
Δηλαδή, από αυτά που μου λες, “κανένα δεν είναι περισσότερο  αληθινό  από το άλλο”.                                                                                
Με αυτή την “εις άπειρον εκβολήν” του θέματος, δεν είναι καλό και φρόνιμο να συζητάς με έναν Σκεπτικό, γιατί τελικά μπορεί να σε τρελάνει, αν δεν σπεύσεις να του κάνεις το ερώτημα: «Γιατί αυτή η πλήρης βεβαιότητα είναι να είναι  τόσο αναγκαία για  τη ζωή»; 
Η φιλοσοφική αυτή λογική αμφισβήτησης κάθε γνώσης,  ονομάστηκε Πυρρωνισμός, οι δε οπαδοί του οι αρχαίοι Σκεπτικοί, αλλά αργότερα πήραν το όνομα Σκεπτικιστές.  
Ο Πύρρων γεννήθηκε στην Ήλιδα  της Πελοποννήσου, το 360 και έφυγε το 270 π.Χ. σε ηλικία 90 ετών. 
«Ό δε προς  τα ενενήκοντα του βίου κατεβίω». γράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης
Για τη ζωή του πολύ λίγα ξέρομε. Όταν γεννήθηκε  ο Πύρρων, είχαν περάσει περίπου   εκατό χρόνια από  τη γέννηση του Σωκράτη.
Τότε  ο Πλάτων ήταν κατ΄ εκτίμηση  εξήντα ετών και ο Αριστοτέλης γύρω στα είκοσι.   Τους  είδε να πεθαίνουν και οι δυό.  Έζησε την άνοδο και το θάνατο του μεγάλου Αλεξάνδρου. Τον ακολούθησε στη μεγάλη  εκστρατεία του, είδε τον κατακερματισμό του κράτους του, μετά το θάνατό του. Το χάος του πολέμου την εμφύλιο  διαμάχη των διαδόχων.  Οι τραυματικές εμπειρίες της εποχής, του έφεραν την αναπόφευκτη απογοήτευση, την ψυχική παραίτηση, την αναθεώρηση, την αποσύνθεση την αναθεώρηση των παλιών παραδοσιακών πεποιθήσεων και ιδεολογικών απόψεων.
Από την άλλη μεριά έζησε  τον κατακερματισμό  της τότε φιλοσοφίας σε αντιμαχόμενες σχολές. Γεννήθηκε μέσα του η ανάγκη ενός νέου τρόπου ζωής, απηλλαγμένου από τα προβλήματα  της εποχής του. Άκουγε   τους Στωϊκούς να λένε, πως το τάδε πράγμα είναι αληθινό,   τους Πυθαγορείους άλλα και  τους Ατομικούς φυσικούς τα δικά τους.  Κάθε ένας τους με  λογικά επιχειρήματα και αποδείξεις, αλλά και διαφωνίες. Διαφωνίες Παρμενίδη, Εμπεδοκλή, Πρωταγόρα.
Και τελικά παράτησε την αναζήτηση, την έρευνα, ομολόγησε την άγνοιά του και τότε ξαφνικά γαλήνεψε η ψυχή του.  Βρήκε την “αταραξία” του.
Για το βίο του, λίγες πληροφορίες μας άφησε ο Ανάξαρχος.
Ο Ανάξαρχος καταγόταν από τα Άβδηρα, την πατρίδα του Δημόκριτου,  και σαν αυλικός φιλόσοφος, είχε συνοδεύσει τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία του. Μαζί τους πήγε  και ο Πύρρων,  όπως μας λέει ο ιστορικός  Διογένης ο Λαέρτιος.
Στην Ινδία γνώρισαν τους “γυμνοσοφιστές” και τους μάγους, οι οποίοι  φαίνεται επηρέασαν τη φιλοσοφική σκέψη του Πύρρωνα. Εκεί  στους γυμνοσοφιστές, όταν  δήλωσαν φιλόσοφοι, ο Ανάξαρχος δέχτηκε τα ειρωνικά τους  σχόλια με τις φράσεις: «πως είναι δυνατόν ένας που υπηρετεί έναν  βασιλιά, να μπορεί να διδάσκει το αγαθό».             
«Τούτο δε ποιείν ακούσαντα Ινδού τινός ονειδίζοντος Αναξάρχω ως ουκ αν έτερον τινα διδάξαι ούτος αγαθόν , αυτός αυλάς βασιλικάς θεραπεύων»   μας αναφέρει πάλι ο Διογένης ο Λαέρτιος.
Ο Πύρρων φαίνεται ότι ήταν περίεργος τύπος.  Φαίνεται, ότι συχνά βρισκόταν σε μια ανώμαλη ψυχική κατάσταση. Παραδείγματος χάριν, πολλές φορές που μιλούσε στη  μέση ενός κύκλου,  όταν τον εγκατέλειπαν οι ακροατές του (ίσως γιατί τον βαριούνταν), εκείνος συνέχιζε να μιλά μόνος του στον εαυτό του,  μέχρις ότου ολοκλήρωνε αυτό που ήθελε να πεί.
Πολλές φορές πάλι εγκατέλειπε την πόλη, χωρίς να έχει προειδοποιήσει κανένα και τριγυρνούσε παρέα με τον πρώτο άγνωστο που θα συναντούσε. Αυτά καταγράφονται σε βάρος του. Δεν καταλαβαίνω όμως, αν όλα αυτά τα αντιφατικά είναι σωστά. Πώς είχε προταθεί και  τιμηθεί για   να γίνει αρχιερέας, πώς είχε καταφέρει να μεσολαβήσει και να πετύχει την απαλλαγή των συναδέλφων του φιλοσόφων από την φορολόγηση και  ακόμα, να αναγορευτεί, πάλι τιμητικά, σε πολίτη των Αθηνών, χωρίς να έχει γεννηθεί στην Αθήνα.
Από την άλλη μεριά μαθαίνομε προσέτι, πως ήταν ευσεβής, ταπεινός, ζούσε μαζί με την αδελφή του, που ήταν μαμή και συχνά τον βλέπανε να πουλά πουλερικά και κοτόπουλα στην αγορά και να σκουπίζει μόνος το σπίτι του, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα σχόλια που θα του έκαναν.
Από  τον μαθητή του πάλι τον Τίμωνα τον Φλιάσιο,  αντλούμε κάποια  σχετικά αποσπάσματα για τον σκεπτικισμό του Πύρρωνα.
Όπως προανέφερα, σύμφωνα με τον φιλοσοφικό στοχασμό του  Πύρρωνα, απέρριπτε την  παραδοχή, των προσωκρατικών και της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας, που μας λέει ότι η φύση των πραγμάτων μπορεί να διερευνηθεί. 
Καταφερόταν ακόμη εναντίον των θεωριών της γνώσης, που κατέθεταν οι Στωϊκοί και οι Επικούρειοι, Και κατέληγε, ότι η δια των αισθητηρίων  αντίληψη, αποκαλύπτει στο υποκείμενο απλά αυτό που φαίνεται. Αυτό που φαίνεται όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει έγκυρη μαρτυρία για το  πόσο αληθινό είναι. Γι΄αυτό η “Εποχή”,  η αναστολή κρίσης και συμπεράσματος είναι το καλύτερο.
Στην ιστορία του σκεπτικισμού διακρίνομε δύο περιόδους: την Πρώιμη κατά την οποία δεσπόζει το όνομα του Πύρρωνα και του Τίμωνα  του Φλιάσιου. Μετά από αυτούς ο Σκεπτικισμός, παρουσίασε μια κάμψη μέχρις ότου ο Αρκεσίλαος ανέλαβε την διεύθυνση της Ακαδημίας του Πλάτωνα. Αυτός αναβίωσε και ενστερνίστηκε τις πυρρωνικές ιδέες και έτσι έγραψε την δεύτερη περίοδο  του ονομαζόμενου  πλέον Ακαδημεικού Σκεπτικισμού.  
Κατά την περίοδο αυτή και για εκατό χρόνια στον Ακαδημεικό  Σκεπτικισμό,  δεσπόζουν  εκτός από τον  Αρκεσίλαο,  η μορφή του  πολύ Καρνεάδη και του γιατρού Σέξτου Εμπειρίκου, από το συγγραφικό έργο του οποίου μαθαίνουμε τα περισσότερα.

Βοηθήματα
1) Α.Α. Λονγκ: “Η Ελληνιστική Φιλοσοφία”, Εκδ. ΜΙΕΤ.
2) P. Suber:  “Οι Σκεπτικοί”, Εκδ. Θύραθεν

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 596 επισκέπτες και κανένα μέλος