Για τον ένα ή άλλο λόγο, είτε και για τη δική μου βαριεστιμάρα αποφάσισα να επιβληθώ  σαν άντρας, έστω για  μια φορά στα “θέλω” μου, κι  έτσι να τώρα παραθερίζομε   στο εν λόγω εξοχικό μας.

Εφέτος κάτι με το ένα κάτι με το άλλο, βρέθηκα  για διακοπές στο “εξοχικό” μου. Το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί σήμερα κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος είθισται να διαθέτει, εκτός από αυτοκίνητο και εξοχικό.
Εδώ στην προκειμένη περίπτωση, μη φανταστείτε τίποτα το εντυπωσιακό.  Ένα κληρονομικό χωράφι  με λίγα δέντρα και ένα μικρό  ταπεινό, αλλά απόλυτα λειτουργικό  κτίσμα. Το χωράφι, που στην έκτασή του δεν καλύπτει τα υπό του νόμου τέσσερα στρέμματα,  έχει δράσει ανασταλτικά για κάποια περαιτέρω αλαζονική αναβάθμιση. 
Έτσι  μάλιστα, που όταν σε κάποια στιγμή σκέφτηκα  να καλέσω για φαγητό κάποιους εξ Αθηνών φίλους, από κάποια κυρία δέχτηκα εκείνη την περιφρονητική απαξίωση: «Τι  εξοχικό. Εσείς δεν έχετε ούτε πισίνα!»
Τα δεντράκια μου, τις ελιές μου, τις πορτοκαλιές μου, τις κληματαριές,  που σαν χαζός τα κανακεύω, ούτε τα πρόσεξε.
«Εγώ  ήθελα», πετάχτηκε τότε η γυναίκα μου, ρίχνοντας συνάμα και ένα βλέμμα με νόημα. «Mα εκείνος - δηλαδή εγώ- ήθελε σκάφος. Θαλασσινός Πειραιώτης βλέπετε».
Αμέσως στο βλέμμα τους ανέβηκα  κοινωνικά:  το “σκάφος” είχε δράσει καταλυτικά. Το βλέμματά μας είχαν αρχίσει να συγκλίνουν  στην ίδια ίσαλο ταξική γραμμή.
Η γυναίκα μου  όμως δεν σταμάτησε. Επιζητούσε την ολοκληρωτική τους εξουθένωση: «‘Ηθελε πάντα να κάθεται στο τιμόνι και να σχίζει τα αφρισμένα κύματα. Να φανταστείτε, -τι διαστροφή και αυτή-  να προτιμά πάντα τον άγριο καιρό και το φουσκωμένο κύμα».
Τά ‘πε και τίναξε με αυταρέσκεια  και  ικανοποίηση το ξέμπλεκο μαλλί προς τα πίσω, σε μια κίνηση που οι αστρολόγοι λένε ότι τη συνηθίζουν  μοναχά οι λέοντες καίτοι εκείνη  είναι ψάρι· δηλαδή ιχθύς.
Ένοιωσα πάλι υπερήφανος.
Ευτυχώς κανείς δεν ήξερε, πως ο λόγος γινόταν  για τη μικρή μου πεντάμετρη  βαρκούλα. Τη μικρή μου βαρκούλα, που όταν το λιμεναρχείο κατέγραψε  τη μηχανούλα της  των 30 αλόγων και την εφεδρική των 5, αποφάνθηκε; «Ταχύπλοο»!  «Τι ταχύπλοο βρε παιδιά - διόρθωσα- αφού έχω και κουπιά για το ψάρεμα».  «Όχι.  Ταχύπλοο! Είπαμε  και τελειώσαμε».
Αυτό θα πεί, ότι τα λιμανιάτικα φτάσανε στο τριπλάσιο, αλλά εγώ τώρα τουλάχιστο ξαπλωνόμουνα σε 5μετρο ‘’ταχύπλοο’’,  δίπλα στα οφφ -σορ  20μετρα  των επωνύμων και γινόμουν επώνυμος σαν  το κατεστημένο.
Τέλος πάντων, από αλλού άρχισα και αλλού πήγα.
Ξαναγυρίζω λοιπόν στη αρχή. Όπως είπα, για τον ένα ή άλλο λόγο, είτε και για τη δική μου βαριεστιμάρα να τρέχω εκείθε και ολούθε,  σαν ξεκλαρισμένο αγριοπούλι,  αποφάσισα να επιβληθώ  σαν άντρας, έστω για  μια φορά στα “θέλω” μου. Και έτσι να τώρα παραθερίζομε   στο εν λόγω εξοχικό μας.
 ……………
Οι μέρες περνούσαν με μπάνιο στη θάλασσα  και  με shopping therapy που λένε,  γυροφέρνοντας στα  μαγαζιά.
Ακόμη  τις λίγες αυτές μέρες  τις γεμίσαμε  με προσωπικές οικιακές εργασίες, βαψίματα, πότισμα, συμμάζεμα  στο μποστάνι,  στα δέντρα κλάδεμα στα λαίμαργα και ξερά κλαδιά, μάζεμα όλου του σκουπιδαριού  και τα τοιαύτα.
Ο μέρες περνούσαν οπόταν η γυναίκα μου, μου δήλωσε: «Βαρέθηκα πια εδώ». Καί αποφάνθηκε -  σημειώστε  και εκείνη αποφάσισε: «Αύριο πάμε στην Αρχαία Κόρινθο . Έχω επιθυμήσει τους αρχαίους και τις πέτρες».
Την επαύριο  ξεκινήσαμε, ας πούμε νωρίς, αφού  βέβαια είχε κάψει ο ήλιος. Φτάσαμε στο αρχαίο τέμενος. Πήραμε και το σχετικό βιβλιαράκι στην είσοδο και αναζητήσαμε ξεναγό. Ξέρετε,  πως οι πέτρες χωρίς ξεναγό δεν μιλάνε, αλλά και στο μουσείο όσο και να διαβάσεις άν δεν έχεις παρά πόδας τον ειδήμονα, όλο και κάτι χάνεις.
«Ξεναγός; (εδώ γελάσανε) δεν υπάρχει. Μόνο στηθείτε στην αναμονή και αν τύχει και είστε τυχεροί, προσκολληθείτε σε κανένα γκρούπ  ξενικό  που τυχόν θα έχει έλθει με πούλμαν, πράγμα που δεν το  βλέπω πιθανό, όσο και να περιμένετε». Κοίταξα στον πίνακα των ανηρτημένων ανακοινώσεων. Αναζήτησα   κάποιο εβδομαδιαίο ωράριο  ξενάγησης. «Αστειεύεσαι» μου είπε ο υπάλληλος «πού νομίζεις πως  βρίσκεσαι».  Μα στην Κόρινθο. Στον ομφαλό του αρχαίου κόσμου. Εδώ που ο Σαούλ και μετέπειτα πολύς απόστολος Παύλος ανατρίχιαζε στο άκουσμα ότι χίλιες ιερόδουλες ήταν στημένες στο ιερό της Αφροδίτης κιαλάροντας για  πελάτες ναυτικούς, γι΄αυτό και έστειλε τις δυό παραινετικές επιστολές του. Τις έστειλε γιατί εδώ γινόταν ο χαμός,  εμπόριο, αλισβερίσι ψυχών και σωμάτων, νταβαντούρι, πάγκοσμος  και εξ αυτού παρανομία. Και εσείς, ανόσιοι  ισοπεδωτές των πάντων και δεκαρολόγοι της κόκα κόλα και του κινεζοφτιαγμένου φουστανελά, μου λέτε πως αστειεύομαι; 
Ο υπάλληλος στο γκισέ με κοίταξε πάλι βλοσυρά και μού έκλεισε το πορτάκι του κατάμουτρα, και εγώ έφυγα χωρίς να επισκεφθώ τίποτα. Τελικά αυτό το συμβάν  έδρασε αρνητικά και για μια προγραμματισμένη επίσκεψη στην αρχαία Ολυμπία και προσκύνημα στον ναό του Διός. 
Σε αντιστάθμισμα, σε δυό μέρες,  η  οικογένεια αριθμητικά ενισχυμένη, ξεκίνησε  παρέα για την Στυμφαλία και Φενεό. 
«Τυχερέ», μου είπαν σε ψιλό δούλεμα. «Στη Στυμφαλία θα φάς και γουρουνάκι».
Η διαδρομή ομολογουμένως ήταν φανταστική.  Φιδίσιοι δρόμοι,  οδηγούν σε υψόμετρο που περνά  τα  900 μέτρα και από κάτω  ο κάμπος  καλλιεργημένος να απλώνεται ταπέτο πολύχρωμο. Ούτε στην Κρήτη δεν είχα αντικρύσει τέτοια εικόνα.
Φτάσαμε στη Στυμφαλία λίμνη, παλαιό ενδιαίτημα ανθρωποφάγων ορνίων, που ο Ηρακλής κατ’ εντολή του Ευρυσθέα πραγματοποιώντας τον 6ο  του άθλο εξολόθρευσε. Μάλιστα γράφεται πως από εδώ ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, ο πολύς  Αδριανός από κάποια πηγή στήνοντας ολόκληρο υδραγωγείο  έπαιρνε και έφερνε  νερό στην Κόρινθο.
(Να σημειωθεί ότι και σήμερα η Κόρινθος δεν έχει νερό. Το Λουτράκι δεν της δίνει γιατί το πουλά ιδιωτικά σε μπουκάλια στην Αθήνα).
Είδαμε και τη λίμνη, γεμάτη με αναδύοντα  καλάμια,  στοργικό καταφύγιο πτηνών και λοιπών του ζωϊκού βασιλείου όντων.
Εγώ είδα και το γουρουνάκι, που με περίμενε στην επιστροφή. Αφήνοντας πίσω μας τα χωριά Καστανιά και  Μοσιά, φτάσαμε στον Φενεό. Θαυμάσαμε το γαλήνιο μαγευτικό τοπίο στο  φράγμα, με  το  εκκλησάκι του κατακλυσμένο από το νερό του φράγματος. Μετά, ακολουθώντας το  στενό ανηφορικό λοφίσκο του υψιπέδου, με τα πεύκα και τα έλατα στις πλαγιές, γράφοντας με τις ρόδες μας τις ατέλειωτες απότομες στροφές του, φτάσαμε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου ιδρυμένο  από το  1693 και ανακαινισμένο μετά την πυρκαϊά του 1754.   Στο εκκλησάκι μπαίνεις μέσα ανοίγοντας την ορειχάλκινη εντυπωσιακή και καλλιτεχνικά  αγιογραφημένη εξώθυρα, που σφραγίζει  μυσταγωγία και άδολη πίστη ολόκληρων γενεών. Μέσα στους σκοτεινούς παλαιϊκούς  από το 1768 αγιογραφημένους τοίχους του, με τις γλυκές και αλλού βλοσυρές επίπεδες απεικονίσεις μαρτύρων και  αγίων , νοιώθεις μια  σπάνια θρησκευτική ανάταση να σε πλημμυρίζει. Παλιές ασημένιες εικόνες και προθήκες με ιερά χειρόγραφα και βιβλία με ασημένια επιμελώς καλλιτεχνημένα  εξώφυλλα, όλα αλυσοδεμένα για των φόβο των  εν Ελλάδι Ιουδαίων.  Απτό δείγμα και αυτό πως η μεν θρησκεία δίνει, αλλά ο πιστός ή ο δήθεν πιστός, παντοιοτρόπως και πάντα παίρνει.
Στο ναό παρέμεινα  ολομόναχος. Οι άλλοι μετά από μια γρήγορη επισκοπική ματιά τον εγκατέλειψαν. Απομονώθηκα    εκεί στο μισοσκόταδο του καντηλιού, αμίλητος εκστασιασμένος από τη μυστικότητα του ιερού χώρου,  χωρίς να  καταλάβω πως  πέρασε η ώρα.  Αμίλητος συνεπαρμένος προσπαθούσα  να αναπλάσσω νοερά, τα χέρια,  την κίνηση   και τη θέση του σώματος του αγιογράφου. Ακόμα   τις γονατιστές ανθρώπινες ψυχές, που εκεί σε κάποια απόμερη γωνιά  για κάποιες στιγμές μοναδικές, έζησαν γονατισμένες, είχαν προσευχηθεί,  είχαν ικετεύσει: «Την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι».
«Άργησες.’ Εβγαζες φωτογραφίες στο ναό;» με ρώτησε διακριτικά και έμπλεη από θαυμασμό   η γυναίκα μου. «Όχι», απάντησα «Δεν τόλμησα να μολύνω την ιερότητα του χώρου».
Προχώρησα στο προαύλιο. Μια ταμπέλλα με την κακότεχνη επιγραφή της, με έκανε να κοντοσταθώ.: «Να σέβεστε το Θεό, γιατί ο θάνατος υπάρχει και  είναι κοντά» ή κάτι τέτοιο θυμάμαι. Γιατί βρε παιδιά. Τι σας φταίει ο Θεός. Ο Θεός είναι ζωή, ο ίδιος μάς προίκισε να μπορούμε να γίνομε, αν όχι ίσοι, αλλά κάπως να γίνομε σαν και αυτόν· ναι  ελεύθεροι. «Κατ΄εικόνα και ομοίωση» δεν μας λέτε στα ιερά βιβλία; Τι με μπερδεύετε πάλι. Ο Θεός μας έδωσε μάτια. Εμείς τα βγάζομε μόνοι μας.
«Ελάτε επάνω. ΄Εχομε να σας κεράσομε  και τριανταφυλλάκι γλυκό», ήχησε η φωνή ενός γύρω στα τριάντα, νταβραντισμένου μοναχού με γένια και φράγκικα παντελόνια, που το μάτι του γυάλιζε. Ανέβηκα στην ετοιμόρροπη ξύλινη σκάλα. Εκεί στο τελευταίο σκαλοπάτι φώτισε ένα  στενωπό λιακωτό. Σε ένα τραπέζι το γλυκό με τα κουταλάκια, ανέμενε τον προσκυνητή.  Όλοι σπεύσανε. Εγώ και η γυναίκα μου για δικούς μας λόγους, που δεν σας τους λέγω, το αποφύγαμε. Το μάτι μου έπεσε στο βιβλίο “των επισκεπτών”. Το πλησίασα. Η γυναίκα μου ανατρίχιασε. Με ήξερε. Ποιος ξέρει τι θα γράψει πάλι, αναλογίστηκε.  «’Όχι» μου ένευσε  με το βλέμμα της. Εγώ αδιαφόρησα. Διάβασα. Απλοί άνθρωποι έδιναν γήν και ύδωρ, στο θείον επενδύοντας στη μέλλουσα ζωή. Στο άγνωστο, σκέφτηκα.   Γύρισα τη σελίδα και έγειρα στο πάνω της το κενό μέρος.  ΄Εγραψα ενυπόγραφα.  Μόλις άφησα την πένα, η γυναίκα μου έτρεξε και με διάβασε. 
«Πιστεύει ή δεν πιστεύει κανείς στο χριστιανισμό, του οφείλει τον σεβασμό του. Η Ελλάδα, ο ΄Ελληνας, ο ελληνισμός  δεν θα είχαν συνέχεια χωρίς αυτόν».  Όταν το διάβασε με κοίταξε με ικανοποίηση. Εγώ όμως τώρα σκεφτόμουν το γουρουνόπουλο.

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 795 επισκέπτες και κανένα μέλος