Δυστυχώς  σπαθί και  σταυρός, δεν φτάνανε για να επιτευχθεί η πολυπόθητη λευτεριά και η ανεξαρτησία σ’ αυτόν τον πονεμένο τόπο.

Για την διεθνή και ιδιαίτερα ευρωπαϊκή αναγνώριση, που είχε και τον τελευταίο λόγο, απαραίτητη ήταν η μεταστροφή της αρνητικής θέσης της σε θετική.

Επρεπε ο αγώνας να αποχαρακτηρισθεί από αγώνα τρομοκρατών κατά της καθεστηκυίας  τάξης, σε εμπόλεμη εξέγερση ενός   υπόδουλου  λαού· του ελληνικού.

Η Ευρώπη, φιλικά προσκείμενη στην οθωμανική αυτοκρατορία και συνδεδεμένη  δια ποικίλων συμφερόντων, αλλά και από τον φόβο ότι μια τέτοια τοπική επαναστατική εξέγερση, θα λειτουργούσε σαν ντόμινο και για τις λοιπές χώρες, δεν άκουγε ευχάριστα τα του ελληνικού αγώνα. Είναι βέβαιο, ότι εδώ  το  διεθνές φιλελληνικό κίνημα, με τη δραστηριότητα που είχε αναπτύξει, είχε αρχίσει να βάζει σε προβληματισμό, και να δρομολογεί  σταδιακά  μια ευνοϊκή   αλλαγή διπλωματικής πλεύσης στην Ευρώπη. Ίσως προς αυτή την  κατεύθυνση είχαν θετικά   λειτουργήσει πολιτικές σκοπιμότητες που προσέβλεπαν ότι αυτό το ρήγμα, το πρωτόγνωρο στο μακρόχρονο βίο  της κραταιάς Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μάλιστα το ρήγμα που προκλήθηκε από τον άσημο αριθμητικά και οργανωτικά υπόδουλο ελληνικό λαό, θα έδινε την ευκαιρία σε  ένα  περαιτέρω διαμελισμό της, αλλά και κατά συνέχεια  σε διαμοιρασμό των ιματίων της, ανάμεσα στους πρώην και στους νυν  κατ΄επίφαση  φίλους της. 

Η  καταστροφή  και γενοκτονία των κατοίκων της Χίου, που οδηγήθηκαν ως πρόβατα επί σφαγήν, αλλά και ο απεγνωσμένος ηρωισμός των κατοίκων του Μεσολογγίου, που  κατέδειξαν και κατεσφράγισαν, ότι ο ελληνικός αγώνας δεν δέχεται συμβιβασμούς και ενδιάμεσες λύσεις, λειτούργησαν σαν από θεού καταλύτης για την διεθνή αφύπνιση: Η έξαρση  και αποκορύφωση του φιλελληνισμού, που εκδηλώθηκε με τη συμμετοχή ξένων αγωνιστών και η ποικιλότροπη επιστράτευση της τέχνης και του πνεύματος  σε μια πανευρωπαϊκή απήχηση, υπήρξε ο ηχηρός αντίκτυπος.

 Η  γενοκτονία της Χίου διεπράχθη κατά μήνα Απρίλιο του 1822 και στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του Πάσχα.  Και η Εξοδος από το Μεσολόγγι, την ημέρα των Βαϊων,  στις 22  Απριλίου του 1825. Απρίλης Ματωμένος  και Ματωμένο Πάσχα· κοινός παρονομαστής σε ένα υπέρτατο και πάντοτε αιματηρό αγώνα, προφητικοί προάγγελοι της επερχόμενης ανάστασης του Γένους. Μιας αιματηρής ανάστασης και ενός γολγοθά προγονικού,   που εμείς οι μεταγενέστεροι έχομε ασύστολα εντάξει στη λήθη.

 

Η Χίος πριν από την καταστροφή του 1822, ήταν το πλούσιο νησί. «Γεωφυσικά προσόντα και παραδοσιακές αρετές των κατοίκων και ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες,» γράφει  η ιστορικός  Αθηνά Ζαχάρου-Λαουτάρη (“Ιστορικά” Ελευθεροτυπία)  «είχαν δημιουργήσει  υψηλής ποιότητας συνθήκες ζωής για  όλους τους κατοίκους».

Από τους 120.000 κατοίκους μόνο οι 3.000 ήταν Τούρκοι. Οι 30.000 ζούσαν στις πόλεις και οι λοιποί στα 66 χωριά του. Η πολεοδομία του νησιού  έδινε τα δικά της  χαρακτηριστικά. Η παραγωγή της μαστίχας που ετησίως ανερχόταν σε 50.000 οκάδες, παρουσίαζε την μοναδικότητα της αγροτικής παραγωγής. Τη μαστίχα την εκμεταλλεύονταν  εμπορικά και με απαγορευτικές αυστηρές διατάξεις, αποκλειστικά  οι Τούρκοι.

Για το λόγο  αυτό  οι Χιώτες, είχαν στραφεί συν τοις άλλοις, αλλά  κατ΄ εξοχήν προς την σηροτροφία,  δηλαδή προς την καλλιέργεια  μετάξης, την κατεργασία και την παραγωγή χρυσοϋφαντων μεταξωτών.  Ο ιστορικός Βλαστός, μας λέει, πως το 1770 η  Χίος αριθμούσε 1200 τέτοια εργοστάσια.

Το θρησκευτικό συναίσθημα στο νησί ήταν έντονο. Γεμάτο εκκλησιές και μοναστήρια, με πρώτη τη Νέα Μονή με 400 μοναχούς αυτοκρατορικά ψηφιδωτά, εντοιχισμένα πήλινα ηχεία για τις ψαλμωδίες, τέσσερις τεράστιες καμπάνες και μια συγκινητική ιστορία για το χτίσιμό της.

Η εύπορη αστική τάξη των προυχόντων διοικούσε το νησί με ειδικά προνόμια παρασχεθέντα από την Πύλη, από το 1567 και 1578, τα οποία έδιναν στους κατοίκους πολιτικές και θρησκευτικές ελευθερίες, διαχείριση χρηματικών δωρεών και την εποπτεία φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.  Οι Χιώτες είχαν καταφέρει  αξιοποιώντας προς όφελός τους τις εγγενείς και εκ παραδόσεως  αδυναμίες της οθωμανικής οικονομίας, να  αναπτύξουν δικό τους εμπορικό δίκτυο, σε διεθνή ένταξη, εκμεταλλευόμενοι  προς τούτο κάθε παρουσιαζόμενη πολιτική, οικονομική και στρατιωτική συγκυρία.   Αλλά και η πνευματική ανάπτυξη, με τη  Μεγάλη Δημόσια Σχολή της Χίου, που είχε ιδρυθεί το 1792 από τον Αθ. Πάριο με τη  μετέπειτα συνδρομή του Αδ. Κοραή, όταν ακόμα διευθυντής ήταν ο Νεόφυτος Βάμβας, τη μεγάλη βιβλιοθήκη των 20.000 τόμων, το εργαστήριο χημείας, το  αμφιθεατρικό αναγνωστήριο, το θέατρο, την  εσωτερική εκκλησία, τα  ενδιαιτήματα δασκάλων και μαθητών κ.λπ. έφτανε σε πανεπιστημιακά επίπεδα.

Η καταστροφή όμως, ισοπέδωσε τα πάντα.  Τον Απρίλιο του 1821,  ο   Ιάκωβος Τομπάζης  με 11 καράβια  από την Υδρα, κατέπλευσε στη  Χίο και δη στη Βρύση του πασά του Βροντάδου,  φέρνοντας μαζί του και  την είδηση   της Επανάστασης. Το μήνυμα όμως δεν έδωσε καρπούς και  ο Τομπάζης έφυγε άπρακτος. Είχε εσφαλμένα πιστέψει πως αυτό το νησί, που στο  παρελθόν είχε δώσει έναν   Ευστράτιο Αργέντη και Αντώνιο Κορωνιό, πρωτομάρτυρες της ελευθερίας και συμμάρτυρες  του  Ρήγα, θα ξεσηκωνόταν.

Λίγο αργότερα ο Χιώτης Αντώνιος Μπουρνιάς, ήρθε  σε συνεννόηση με τον Δημήτριο Υψηλάντη, για την έναρξη επανάστασης στο νησί. Ο Υψηλάντης όμως αρνήθηκε  δίνοντας   αναβλητική απάντηση. Παρά ταύτα ο Μπουρνιάς, δρώντας αυτοβούλως, ήρθε σε επαφή με τον  Σαμιώτη  Λυκούργο Λογοθέτη, ο οποίος και αποβιβάστηκε με 2500 άντρες στο Κοντάρι της Χίου, στις 11 Απριλίου του1822. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν αλλά μόλις πρόλαβαν και κλείστηκαν στο φρούριο.

Οι Σαμιώτες μπήκαν στην πόλη, κάτω από τον ενθουσιασμό των κατοίκων.  Αμέσως άρχισαν να καταργούν τους υπάρχοντες θεσμούς, να δρούν σαν κατακτητές, να βάζουν και να απαιτούν  υπέρογκους φόρους με το πρόσχημα των δαπανών της εκστρατείας,  και όχι μόνο.

Γρήγορα ο Μπουρνιάς για λόγους αντιζηλίας, ήρθε σε ρήξη με τον Λυκούργο, όπως ηρέσκετο να αυτοαποκαλείται ο Λογοθέτης, επάνω στο θέμα  της αρχιστρατηγίας του αγώνα. Από την άλλη μεριά, τα πολεμοφόδια και ο εξοπλισμός των Σαμιωτών ήσαν λιγοστά και ανεπαρκή  παρ΄όλη την έστω και καθυστερημένη ενίσχυση που είχαν στείλει οι Ψαριανοί. Αλλά και οι κάτοικοι  οι Χιώτες,  καθώς δεν είχαν τίποτε άλλο από τα γεωργικά τους εργαλεία ήσαν ουσιαστικά άοπλοι.  Επιπροσθέτως οι Τούρκοι κρατούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες φυλακισμένους μέσα σε μπουντρούμια της γενουοκρατίας, ομήρους με σκοπό να ελέγχουν  τις τυχόν εξεγέρσεις των κατοίκων.

Τότε, την 30.3.1822, δηλαδή την Μεγάλη Πέμπτη ήταν που  ο Καρά Αλή, αφού διεκπεραίωσε από το Τσεσμέ στη Χίο,  τουρκικό στρατό 7000 ανδρών, και  χιλιάδες ατάκτους,  έκανε την εμφάνισή του  στο λιμάνι με ναυτικό στόλο  από 6 τρίκροτα, 26 φρεγάτες, κορβέτες, φορτηγά, μπρίκια και μπομπάρδες  και αποβιβάστηκε αιμοσταγής στο νησί.  

Στις 2 Απριλίου 1822, η Μονή του Αγίου Θωμά γίνεται ολοκαύτωμα μαζί με 3000 Χιώτες μαχητές. Γίνονται σφαγές στον Άγιο Γεώργιο Συκούση, στην Νέα Μονή στον Ανάβατο, στο Μελάνιο.

Οι Χιώτες, καταφεύγουν σε βουνά, λαγκάδια, σπηλιές και ξένα προξενεία.  Ο Καρά Αλή δηλώνει, ότι θα δώσει αμνηστία αν οι Χιώτες  επιστρέψουν και  καταθέσουν τα όπλα.  Οι πρόξενοι της Αυστρίας και Γαλλίας μεταφέρουν  την είδηση και  με κλωνάρια ελιάς περιοδεύουν τα χωριά  και παροτρύνουν τους Χιώτες να δεχτούν την αμνηστία θετικά. Οι περισσότεροι  Χιώτες πείθονται, μερικοί όμως δύσπιστοί κρύβονται και δραπετεύουν. Ο Καρά Αλή δεν τηρεί τις υποσχέσεις του και αρχίζει η σφαγή.

 Η σφαγή και λεηλασία συνεχίζονται για 15 ημέρες. Δημόσια κτίρια και ιδιωτικά παραδίνονται στις φλόγες. Από τους 100.000 Χιώτες,  στο νησί απέμειναν μόνο 10.000! Στις 23.4.1822 απαγχονίζονται οι όμηροι που ανέρχονται σε 46 στον αριθμό. Μαζί ο μητροπολίτης Χίου, Πλάτων Φραγκιάδης και ο διάκονος Μακάριος Γαρρής. Εν μέσω αλαλαγμών, προ της εκτέλεσης  τους φορούν σαρίκια στα κεφάλια. Ο πρόξενος της Δανίας Κ. Σαλονικιός βασανίζεται και σφαγιάζεται.

Η θάλασσα τις επόμενες ημέρες εκβράζει τα σώματα των ομήρων ακέφαλα. Τα κεφάλια είχαν αποκοπεί και αποσταλεί στην Πόλη.

70 Χιώτες αθώοι που οικειοθελώς παραδόθηκαν απαγχονίζονται  πανηγυρικά στα κατάρτια των πλοίων του Τούρκου.

 Σφαγιάζονται ομαδικά 60 έμποροι. Αιχμάλωτοι, παιδιά αγόρια και κορίτσια από τριών και πάνω  ετών, γυναίκες και άλλοι,  στέλνονται και πουλιούνται στα σκλαβοπάζαρα  της  Πόλης και της Σμύρνης. Οι μόνοι που δεν κακοποιήθηκαν ήταν  οι Καθολικοί και τα Προξενεία τους.  Συνεχώς νέες ορδές από στίφη βάρβαρα καταφθάνουν από τον Τσεσμέ, για να πάρουν μέρος στη λεηλασία. «Φεύγουν εκατό και έρχονται τριακόσιοι» γράφει ο Πασκουά στις 8 Μαϊου στο ημερολόγιό του. «Η θέα εκείνων που είχαν μεταβεί προηγουμένως και επέστρεφαν με σκλάβους και πολύτιμα λάφυρα, εξήγειρε την ανυπομονησία των άλλων»,  γράφει ο  Gordon.  Αλλά: «Ο Αγγλος  βασιλεύς αδυνατεί να εκφράσει επίσημα τη λύπη του για τα γεγονότα και τους ομήρους, για τις σφαγές και  την οδυνηρή και αποτρόπαια σειρά από αιματηρές σκηνές (painful and disgusting recital of bloody  scenes)» διαβεβαιώνει   διπλωματικά ο Βρετανός πρέσβυς στην Κωσταντινούπολη την Υψηλή Πύλη, μιλώντας κατ΄εντολήν του Αγγλου υπουργού των Εξωτερικών λόρδου Londonderry (Public Records Office F. O. (Turkey) 195 vol. 33, no 6.)  Ούτω λοιπόν αποφάνθηκε απολογητικά και ο “χριστιανός” Αγγλος βασιλέας προς την Υψηλή Πύλη, φοβούμενος μήπως και  την δυσαρεστήσει μέμφοντάς την για τις σφαγές που διέπραξε.   

Όσοι από τους Χιώτες μπόρεσαν, κατέφυγαν  πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Όμως ο ευρωπαϊκός τύπος, εκπροσωπώντας την κοινή γνώμη,  μετά από  αυτά,  άρχισε να έχει σαν καθημερινό θέμα τις Σφαγές της Χίου και να αναφέρεται περιγραφικά στην  σκληρότητα του κατακτητή. Η Ευρώπη του πνεύματος συγκινείται. Ο Βίκτωρ Ουγκώ γράφει για τη Σφαγή της Χίου στο “Έλληνόπουλο”, που όταν το ρωτούν «Τι θές απ΄όλα τ΄άγαθά» απαντά: «Βόλια και μπαρούτι θέλω». Ο Ντελακρουά ζωγραφίζει την “Σφαγή της Χίου”, προσκύνημα νοερό σε έναν πίνακα που σήμερα  κοσμεί το μουσείο του Λούβρου και συνεγείρει με τον  δραματικό υπότιτλο «Σκηνές από τη Σφαγές της Χίου: Ελληνικές οικογένειες προσμένοντας το θάνατο ή τη σκλαβιά».

 Η επωδός και η εκδίκηση του “σκλάβου” γράφτηκε τη νύχτα της 18ης  Ιουλίου προς το  ξημέρωμα της 19ης του ιδίου έτους (σημ.  Ο Τρικούπης μιλά για την 6η Ιουνίου). Οι Τούρκοι στη ναυαρχίδα τους με τον Αρχιναύαρχο  Καπετάν πασά, αγκυροβολημένοι στο λιμάνι της Χίου γιόρταζαν το Μπαϊράμι τους. Τότε ήταν που οι γενναίοι, ο Ψαριανός Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Υδραίος Ανδρέας Πιπίνος, γλύστρησαν αθόρυβα στο σκοτάδι της νύχτας και κόλλησαν αθέατοι τα πυρπολικά τους στις πλώρες τις ναυαρχίδας και υποναυαρχίδας. Η ναυαρχίδα με το ψαριανό πυρπολικό έγινε γρήγορα παρανάλωμα πυρός και ανατινάχτηκε στον αέρα παίρνοντας στο θάνατο τον Καπεταν Πασά με τους ναύτες του, αλλά και τους χριστιανούς αιχμαλώτους. Το υδραίικο πυρπολικό λόγω του πνέοντος ανέμου, ξεκόλλησε και  με μικρές ζημιές άρχισε ακυβέρνητο να πλέει ανάμεσα στο ναυλοχούντα τουρκικό στόλο, σκορπώντας  τρόμο και  πανικό.                      

Έχω ξαναγράψει πως η ευμάρεια εύκολα εκτονώνει και απωθεί με ασέβεια τις μνήμες του παρελθόντος. Γιορτάζομε επετείους ασήμαντες ασήμαντων γεγονότων, τιμώντας πρόσκαιρα ασήμαντα είδωλα του μοντέρνου  καταναλωτισμού  και ξεχνούμε αυτούς στους οποίους οφείλομε την ύπαρξή μας σαν έθνος, σαν Κράτος, μα και τον  απενταφιασμό μας  σαν  Γένος ελληνικό. Το ποιος φταίει δεν θα το αναλύσω εδώ. Εγώ σαν υποχρέωση έχω να επαναφέρω στη μνήμη μας αυτά που πρέπει να θυμόμαστε και να τιμούμε. Γι΄αυτό στο επόμενο άρθρο θα επανέλθω με  την έξοδο του Μεσολογγίου στον Ματωμένο Απρίλη του 1825· εκείνου του πάλι Ματωμένου Πάσχα.

γιάννης κορναράκης του μάνθου

 

Βοηθήματα

1) Σπ. Τρικούπη: “Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης”, Εκδ. Λιβάνη 1993

2) Δ. Κόκκινου: “Η Ελληνική Επανάσταση’’ Εκδ. Μέλισσα 1956

3) Σκάϊ:‘ “1821. Η Γέννηση ενός Έθνους Κράτους”, Εκδ. Εθνική Τράπεζα.

4) Κ. Μέντελσον-Μπαρτόλντι: “Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης”, Εκδ. Κυρ. Ελευθεροτυπία  

5) “’Ιστορικά” Ελευθεροτυπίας: “Η Σφαγή  της Χίου”, τευχ. 131. 25/4./2002

6) “Ιστορία του Ελληνικού ¨Εθνους”, Εκδοτική Αθηνών

7) Κ. Παπαρρηγόπυλου: “Ιστορία του Ελλ. Έθνους”, Εκδ. Liberi.

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 284 επισκέπτες και κανένα μέλος