Λίγες μέρες μετά τ’ αφιερώματα στην Ημέρα της Γυναίκας κι εκεί κοντά στην επέτειο της Εθνεγερσίας, ένα φτωχικό θυμίαμα στην ιερή μνήμη κάποιων πολύ ξεχωριστών Ελληνίδων, που έλαμψαν με το φως της αδάμαστης ψυχής τους, της λεύτερης κι ευγενικής, και άστραψαν μέσα στα σκοτάδια της σκλαβιάς, έτσι όπως τα σπαθιά τους άστραφταν.

Γιατί μιάς ψυχής ίσιας, άκρη και τελείωση και δικαίωση ήταν εκείνα τα σπαθιά. Σε αξεχώριστη πύρινη ρομφαία, Ψυχή-Χέρι-Σπαθί, ένα ήταν. Κι αν άκουγαν σ’ ονόματα όπως Δέσπω, Μόσχω, Χάϊδω, εκείνα τ’ αψηλώματα τ’ Ανθρώπου, όνομα ένα είχαν κι ένα καμάρι: Σ ο υ λ ι ώ τ ι σ σ α.

 

Το Σούλι δεν κρατήθηκε δύο αιώνες λεύτερο, επειδή τέτοιους άντρες είχε, αλλ’ επειδή τέτοιους άντρες γεννούσαν, ανέτρεφαν και συντρόφευαν ισάξιές τους οι Σουλιώτισσες. Όταν τριγυρισμένος είσαι από κάμπους αφεντάδων και δούλων κι εσύ τα βουνά και τα βράχια έχεις διαλέξει, να σπείρεις τη μόνη που φυτρώνει εκεί Απόφαση και να σοδειάζεις τη μόνη που βλασταίνει Λευτεριά, τότε κανείς δεν εξαιρείται από το χρέος που τα βράχια ζητούν για να ‘ναι δικά σου. Εκατό χρόνια απ’ τον ξεριζωμό των Σουλιωτών, το φεμινιστικό κίνημα σ’ Ευρώπη κι Αμερική άρχισε να διεκδικεί ψίχουλα της ισότητας έναντι των ανδρών, που για τις Σουλιώτισσες ήταν αυτονόητη και κυριολεκτικά με το σπαθί τους κερδισμένη. Άραγε αναλογίστηκε κανείς από τους σημερινούς, πελαγωμένους σε αγωνιώδη αναζήτηση ταυτότητας  άντρες, που αντιγράφουν τηλεοπτικά πρότυπα χαζοχαρούμενου «ανδρισμού», πόσο  άντρες ήταν εκείνα τα στοιχειά των σουλιώτικων βουνών, που με τον έρωτα τέτοιων Γυναικών τούς είχε ευλογήσει κι ολοκληρώσει ο Θεός;

Τι αξίζει πιο πολύ; Να ζήσεις πολλά, πολλά χρόνια για ...να χαρείς τη σύνταξή σου και πλάϊ στα φάρμακά σου να σβήσεις σε κρεβάτι, ή στα νιάτα σου σε μάχη λαβωμένος, πλάϊ στ’ άρματά σου να ξεψυχήσεις, σε τέτοιας Γυναίκας την αγκαλιά γερμένος;

Τι να πρωτογράψει κανείς για τα κατορθώματα των αμαζόνων του Σουλιού στο πλευρό των αντρών τους, αλλά και για τις εντελώς δικές τους σελίδες απαράμιλλου ηρωϊσμού κι αυτοθυσίας; Τόμοι επί τόμων έχουν γραφτεί από Έλληνες και ξένους. Κάτι σαν μνημόσυνο ψυχών μπορώ μόνο να κάμω, αφού στον στενό χώρο ενός άρθρου  ούτε ως χρονολόγιο δεν χωρούν οι δέκα γνωστοί σουλιώτικοι πόλεμοι και οι θυσίες των απροσκύνητων ξεριζωμένων σ’ όλη τη διάρκεια του ξεσηκωμού του 1821.

 

Στον πρώτο πόλεμο τ’ Αλήπασα, ένατο κατά των Σουλιωτών, στα 1792, έλαμψε η καπετάνισσα Μόσχω Τζαβέλα, γυναίκα του πολέμαρχου Λάμπρου και μάνα του ομήρου τότε στα Γιάννενα, Φώτου. Κοντά της πρωτοδοξάστηκε και η δεινή πολεμίστρια Χάϊδω, θυγατέρα του ξακουστού για την αντρειά του καπετάνιου Γιαννάκη Σέχου, για τους καταγραμμένους άθλους της οποίας δεν αρκεί ένα βιβλίο. Στις 20 Ιουλίου του 1792, 400 Σουλιώτισσες υπό την αρχηγία της Μόσχως και της Χάϊδως εφορμούν ξιφήρεις σε ξέφρενη επέλαση κατά υπεράριθμων Τουρκαλβανών  που κόντευαν να κυκλώσουν 300 αποκαμωμένους από ώρες λυσσώδους μάχης Σουλιώτες και τρέπουν τους εχθρούς σε άτακτη φυγή.

Και στον δεύτερο πόλεμο κατά τ’ Αλήπασα 1800-1803 διέπρεψε η Μόσχω που εξυμνήθηκε από πολλούς Έλληνες και ξένους ιστορικούς. Ο Γάλλος συγγραφέας Blanchard αναρωτιέται: «Ποιό υψηλότερο παράδειγμα πατριωτισμού δύναται να επιδείξει η Ιστορία από την Μόσχω Τζαβέλα»; Αλλά σ’ εκείνον τον τριετή, τελευταίο πόλεμο, τον απελπισμένο κι επικό, ήταν η λεπτή και μικροκαμωμένη λέαινα Χάϊδω Σέχου που έκανε Σουλιώτες κι εχθρούς να παραμιλούν από θαυμασμό. Αδερφοποιητή του πολέμαρχου Φώτου Τζαβέλα απ’ τα παιδικά τους χρόνια, μάχεται ισάξια στο πλευρό του στη νίκη της 12ης Ιουνίου του 1800. Επικεφαλής λίγων Σουλιωτών σε κατοπινή νυχτερινή επιδρομή στο εχθρικό στρατόπεδο στην Κουρίλα, αρνείται να υπακούσει στην παράκληση του βαρειά τραυματισμένου Φώτου να φύγουν για να σωθούν, αφού του κόψουν το κεφάλι για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των εχθρών· κι άνοιξαν δρόμο με τα σπαθιά  αποκομίζοντας μαζί τους τον πολέμαρχο. Στη μάχη της 7ης Δεκεμβρίου του 1803 αντεπιτίθεται δίπλα στους υπό τον Φώτο Σουλιώτες, ως καπετάνισσα σώματος Σουλιωτισσών και πετώντας φτάνει πρώτη στην εχθρική παράταξη φονεύοντας με το σπαθί της τον Τούρκο διοικητή. Μετά τον ξεριζωμό υπηρετεί ως ταγματάρχης του αγγλικού στρατού στην Κέρκυρα και πολεμά μαζί με τον Φώτο Τζαβέλα στην εκστρατεία στη Νεάπολη. Έκτοτε χάνονται τα ίχνη της, αλλ’ όχι κι ο θρύλος της.

Από του Ζαλόγγου τον γκρεμό όπου, πριν πέσουν με τα παιδιά τους, πολέμησαν πρώτα με τα τουφέκια, μετά με τα σπαθιά και στο τέλος με πέτρες, μέχρι την μεγαλειώδη αντίσταση και τ’ ολοκαύτωμα των Μποτσαραίων στη Μονή Σέλτσου, τον Απρίλη του 1804, όπου με επικεφαλής τη Χριστίνα Μπότσαρη, αποκομμένες από τους άντρες μάχονται με μαχαίρια και πέτρες κι ύστερα κάποια φώναξε «θάνατος...» και σαν μία πήδηξαν 200 Σουλιώτισσες σε βάραθρο 250 μέτρων και πνίγηκαν σε παραπόταμο του Αχελώου, έως τ’ άλλο ολοκαύτωμα της εβδομηντάχρονης καπετάνισσας Δέσπως Μπότση, στου Δημουλά τον πύργο, στη Ρινιάσα (σήμερα Ριζά, πάνω απ’ την Καστροσυκιά), «σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε, παιδιά μ’ μαζί μ’ ελάτε και τα φουσέκια τ’ άναψε κι όλες φωτιά γενήκαν», τι να σου πρωτοθυμηθώ Σουλιώτισσα και πόσο θλίβομαι που άλλο χώρο δεν έχω εδώ να σε τραγουδήσω, αν και πού να χωρέσεις εσύ εκτός απ’ τα βουνά σου και τον ουρανό σου.

 

Σ’ άφησα τελευταία πανέμορφη Ελένη του Νότη Μπότσαρη, βεργολυγερή, ξανθομαλλούσα και γαλανομάτα, άξια καπετάνισσα του Σουλιού στα είκοσί σου που έφυγες χρόνια. Εσύ που έμαθες τ’ άρματα στον μικρότερό σου τότε πρωτοξάδερφο Μάρκο Μπότσαρη. Είχες πολεμήσει ώρες ατέλειωτες στο Σέλτσο, όταν στο σεληνόφως είδες πεσμένο τον πατέρα σου να ψυχορραγεί. Γονάτισες πλάϊ του, μέτρησες τις πληγές του, πέντε ήτανε, τον σκέπασες με το πανωφόρι σου κατά πως συνήθιζαν οι Σουλιώτισσες να σκεπάζουν τους λαβωμένους και τους σκοτωμένους Σουλιώτες. «Τι να κάμω πατέρα»; τον ρώτησες. Κι εκείνος σ’ αποκρίθηκε: «ήρθε η ώρα σου να σκοτωθείς κόρη μου». Κι αυτό έκαμες. Συνέχισες να πολεμάς κι όταν σε κύκλωσαν οι Λιάπηδες, έπεσες στ’ αφρισμένο ποτάμι, κολύμπησες, αρπάχτηκες από ‘να βράχο αλλά κι εκεί σε στρίμωξαν. Όρμησε ένας τους να σε πιάσει, θαμπωμένος απ’ την ομορφιά σου, αλλά τον έπιασες εσύ και πνιγήκατε μαζί, δίνοντάς του να καταλάβει τη σουλιώτικη εκδοχή του ορισμού «καλλονή θανάσιμη». Ακόμα και σήμερα κείνο το μέρος λέγεται «πήδημα της Ελένης». Ακόμα και σήμερα όσοι διαβαίνουν νύχτα τον άγριο κείνο τόπο, ρίχνουν μιά πέτρα στο ποτάμι, σταυροκοπιούνται και λένε «Θεός σχωρέσ’ την καπετάν Ελένη».

Θεός σχωρέσει -αν και χλωμό το βλέπω- κι όσους από μας αγνωμονούμε στις θυσίες σας κι ασεβούμε στη μνήμη σας Σουλιώτισσες και Σουλιώτες. Λες κι έχουν κι άλλα έθνη τέτοιους προγόνους να δείξουν.

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 1019 επισκέπτες και κανένα μέλος