Ο Λουκιανός  λέγεται ότι γεννήθηκε το 120 μ.Χ. στη Συρία και συγκεκριμένα στην πόλη Σαμόσατα. Πιθανολογείται ότι όταν πέθανε στην Αθήνα ήταν πάνω από  80 ετών.  Συγγραφέας με ξεχωριστή  ελληνική μόρφωση,  χαρακτηριζόταν για το σατιρικό ύφος του λόγου του, πράγμα που  πολλές φορές τον έκανε αντιπαθητικό στους γύρω του. Μας άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο που ανέρχεται σε 83 διασωζόμενους διαλόγους. Από τα έργα του, “Ενύπνιον” και “Νιγρίνος”, αντλούμε τις λεπτομέρειες για τη ζωή του...

Λουκιανός

ο Ελληνιστής από τη Συρία

 

Ο Λουκιανός  λέγεται ότι γεννήθηκε το 120 μ.Χ. στη Συρία και συγκεκριμένα στην πόλη Σαμόσατα. Πιθανολογείται ότι όταν πέθανε στην Αθήνα ήταν πάνω από  80 ετών.  Συγγραφέας με ξεχωριστή  ελληνική μόρφωση,  χαρακτηριζόταν για το σατιρικό ύφος του λόγου του, πράγμα που  πολλές φορές τον έκανε αντιπαθητικό στους γύρω του. Μας άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο που ανέρχεται σε 83 διασωζόμενους διαλόγους. Από τα έργα του, “Ενύπνιον” και “Νιγρίνος”, αντλούμε τις λεπτομέρειες για τη ζωή του.

Καταγόταν από απλή νοικοκυρεμένη  οικογένεια, μικροαστική θα λέγαμε σήμερα. Αυτό διαφαίνεται  από το ότι, όταν τέλειωσε τη βασική του εκπαίδευση, συνήλθε η οικογένεια σε συμβούλιο για να αποφασίσει  για το μέλλον του παιδιού. Η πρόταση  για ανώτερες σπουδές  απορρίφθηκε με τη δικαιολογία ότι αυτές απαιτούσαν μεγάλη χρηματική δαπάνη, σπατάλη πολλού χρόνου και καταβολή μεγάλου κόπου. Και αποφάνθηκαν στο τέλος ότι αν δεν σε βοηθήσει και η τύχη,  δεν κάνεις τίποτα. “Τοις πλήστοις ούν έδοξεν, παιδεία μεν και πόνου  πολλού και χρόνου μακρού και δαπάνης ου μικράς  και τύχης δείσθαι  λαμπράς”. Και με άλλα λόγια η οικογένεια από την όλη ιστορία, δεν θα είχε κανένα οικονομικό όφελος.

Έτσι μια και η οικογένεια ήταν οικογένεια αγαλματοποιών, τον έστειλαν στο θείο του, αδελφό της μητέρας του, να μάθει τη δουλειά του ‘’λιθοξόου’’. Στο εργαστήριο του δώσανε να πελεκήσει ένα μάρμαρο. “Μα εγώ δεν ξέρω”,  διαμαρτυρήθηκε. “Θα μάθεις- τον αποπήρε ο θείος-  Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός”.  Στο πελέκισμα,  έσπασε το πρώτο μάρμαρο. Στο δεύτερο σπάσιμο ο θείος τον ξυλοφόρτωσε.

Τότε ο Λουκιανός συνήλθε και αναθεώρησε  τον επαγγελματικό προσανατολισμό του.

Σ’ αυτό τον βοήθησε και ένα όνειρο (Ενύπνιο) που είδε  στην απόγνωσή του. Παρουσιάστηκαν, λέει, μπροστά του δυό γυναίκες.  Η κάθε μια  τον τραβολογούσε προς το μέρος της.

Η μια έμοιαζε με μια γυναίκα σκληραγωγημένη και βουτηγμένη  στον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης. Το δήλωναν άλλωστε τα γυμνασμένα της μπράτσα δεμένα σε ένα  ταλαιπωρημένο κορμί,  μαλλιά αχτένιστα που στεφάνωναν το  τραχύ πρόσωπο και ένα συμπλήρωμα, από ρούχα  σκονισμένα, κακοφτιαγμένα αλλά και κακοφορεμένα.

Η άλλη σεμνή, ευπρεπής, καλοβαλμένη, καθαρή, με ένα αγγελικό αδιόρατο  χαμόγελο, δείγμα αυτοπεποίθησης και υπεροχής.

Μίλησε ή τουλάχιστον προσπάθησε να μιλήσει πρώτη - τραυλίζοντας  και με βαρβαρισμούς  λεκτικούς - η άκομψη ‘’αντρογυναίκα’’:

“’Ελα κοντά μου”, του έλεγε, “εγώ είμαι η Γλυπτική τέχνη, η τέχνη του παππού σου και του προπάππου σου. Δεν ξέρω από ωραία λόγια και δεν φλυαρώ και δεν αερολογώ. Κάνω μόνο έργα. Εργάζομαι από το πρωί μέχρι το βράδυ, γι’  αυτό και το κορμί μου είναι τόσο γυμνασμένο. Εργάσου κοντά μου. Και θα είσαι και κοντά στους δικούς σου. Δεν θα ξενητευτείς ποτέ.  Και όχι μόνο αυτό. Θα τους βοηθήσεις και οικονομικά ανταποδίδοντας τους  κόπους και τις θυσίες που έκαναν για σένα. Μπορεί κανείς να μην σε επαινέσει για τη δουλειά σου. Μπορεί να παραμείνεις ένας άγνωστος για όλη σου τη ζωή. Και τότε δεν θα έχει κανείς λόγω να σε φθονήσει.  Ίσως  όμως γίνεις ένας άλλος Φειδίας που έκανε το άγαλμα του Δία  ή ακόμα ο Πραξιτέλης που έκανε τον Ερμή,  και το όνομα σου θα δοξασθεί. Και τότε  όλος ο κόσμος θα σε θαυμάζει”.

Γρήγορα πήρε τον αντίλογο ή άλλη:

«Εγώ είμαι  η Παιδεία. Με ξέρεις άλλωστε καλά και με ποθείς. Ωραίο είναι, το να είσαι λιθοξόος. Αλλά τελικά θα είσαι ένας απλός εργάτης. Θα είσαι άμεσα δεμένος με το ωράριο μεροκάματου. Όλοι θα δοξάζονται και εσύ θα είσαι ο αφανής. Κανείς δεν θα σε φθονεί. Γιατί τον ασήμαντο κανείς δεν τον ζηλεύει. Δεν θα είσαι περιζήτητος από κανέναν. Κανείς δεν θα ζητά τη γνώμη σου. Ναι, μπορεί να φτάσεις να γίνεις ένας Φειδίας ή ένας Πραξιτέλης,  αλλά κανείς δεν θα ζητά να είναι στη θέση σου.

Κοντά μου θα αποκτήσεις γνώσεις πνευματικές, ευγενικά ψυχικά προτερήματα. Ναι, τώρα είσαι πτωχός  και υιός αφανούς πατρός, αλλά με τη μόρφωση την ανώτερη που θα πάρεις θα γίνεις ζηλευτός. Θα σε φθονούν γιατί δεν θα μπορούν να σε φτάσουν, αλλά συνάμα θα επιζητούν τη φιλία σου, τη γνώμη σου, την βοήθεια σου. Θα ταξιδεύεις αλλά πουθενά δεν θα είσαι ο αφανής. Θα είσαι ο Ένας· Ο Ενας για την πόλη σου».

Όταν ο Λουκιανός ξύπνησε η απόφαση ήταν ήδη παρμένη. Τον είχε κερδίσει η Παιδεία.

Φεύγει λοιπόν για την Ιωνία. Εκεί μαθαίνει κοντά σε Έλληνες δασκάλους την δικηγορική και την ρητορική. Αμέσως μετά πηγαίνει στην Αντιόχεια της Συρίας όπου ασκεί τη δικηγορική  με επιτυχία. Αργότερα,  με τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του  μεταβαίνει στην Αθήνα για να μαθητεύσει κοντά στους Έλληνες φιλοσόφους.

Υποφέρει από τα μάτια του και φεύγει για τη Ρώμη, διάσημη για την οφθαλμολογική της ιατρική. Παραμένοντας στη Ρωμαϊκή πρωτεύουσα, θητεύει ταυτόχρονα στη φιλοσοφική σχολή του πλατωνικού Νιγρίνου, με τον οποίο τον συνδέει φιλία και αμοιβαία εκτίμηση.


Στη συνέχεια περιοδεύει σε ολόκληρη τη Γαλατία· επιστρέφει στη Ρώμη. Δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την εκεί επικρατούσα ακόλαστη ζωή και εκφυλισμό των ηθών· επιστρέφει στην Αθήνα.  Φέρνει κοντά του τον γέροντα πατέρα  και  την υπόλοιπη οικογένειά του. Όλοι μαζί περιοδεύουν την Καππαδοκία και Παφλαγονία. Εντύπωση μου προκαλεί η ευχέρεια και η ποικιλία των ταξιδιωτικών μετακινήσεών  του, λαμβανομένου υπ΄όψιν των δυσμενών συνθηκών εκείνης της εποχής. Τελικά εγκαθίσταται στην  Αθήνα, όπου ασχολείται με τη συγγραφή των βιβλίων του. Καυτηριάζει τη δεισιδαιμονία που επικρατούσε στην εποχή του, την αλλοπροσαλλοσύνη και τον παρασιτισμό των φιλοσόφων και  τις  αδυναμίες που εξουσιάζουν τους ανθρώπους. Μιλά για διάτρητη θρησκευτική  πίστη, για παράλογες ιστορίες της μυθολογίας. Η φαυλότητα της καθημερινότητας, με τα έντονα σημεία εκφυλισμού τον προβληματίζουν. Μαζί με τον πλατωνικό Νιγρίνο θαυμάζει την απλότητα και την πενία των Αθηναίων ο οποίοι καυτηριάζουν και απεχθάνονται κάθε επίδειξη του εφήμερου πλούτου.

Ο Λουκιανός δεν είναι επαναστάτης. Δεν θέλει να ανατρέψει το κοινωνικό κατεστημένο. Αποδέχεται ότι οι δούλοι ανήκουν σε κατώτερη τάξη των ανθρώπων.

Στη διαδρομή του βίου του κατέκτησε υψηλά ρωμαϊκά αξιώματα (Δικαστού στην Αίγυπτο 175 μ.Χ.).  Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία, άνω των 80 ετών κατά άγνωστο τρόπο και  αδιασαφήνιστη αιτία· κατά μια εκδοχή κατασπαράχτηκε από σκύλους.

Με τα έργα του κατέγραψε την εποχή του και την έφερε και σε εμάς. Μέσα σε πνεύμα ιδιάζουσας ευπρέπειας χαριτολογίας και γλαφυρότητας, αλλά και κάτω από ένα πνεύμα ελαφρώς σκωπτικό και δηκτικό,  υπηρέτησε με άκρατο πάθος την Ελληνική  Παιδεία.  Την Ελληνική, τη δική του παιδεία, για την όποια ήταν τόσο υπερήφανος. Την αγάπη του δε αυτή και υπερηφάνεια θέλησε να την κληρονομήσει και σ’ εμάς. Τώρα,  αν εμείς που γεννηθήκαμε και απλώσαμε  ρίζες διαχρονικά βαθειά, αλλά που αυτές οι ρίζες δεν κατάφεραν ποτέ, όχι να παντρευτούν, αλλά ούτε να ανταμώσουν το θείο αρχαίο πνεύμα, δεν φταίει ο Λουκιανός ούτε οι άλλοι  Ελληνες φιλόσοφοι. Φταίμε απόλυτα εμείς και το αίμα μας, που διαβρώθηκε  και αλλοιώθηκε επί τα χείρω, μετά από την μακραίωνη αναγκαστική συμβίωση, με ανατολικούς λαούς που διαβιούσαν και υπηρετούσαν στο σκοτάδι. Και που από αυτούς πήραμε μόνο τα κακά τους.


––––––––––––––

Βοηθήματα

1) Λουκιανός Άπαντα  (τομ. Α΄) Εκδ Γεωργιάδη 2005

2) Εγκυκλ. Πάπυρος, Λαρούς Μπριτάννικα

3) Αρχείο Μαθηματικού Γ. Λεωνιδάκη 

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 199 επισκέπτες και κανένα μέλος