Έμελλε όμως η βραδιά αυτή να κλείσει με ένα δραματικό τρόπο...

γράφει ο Χρίστος Κοντουβουνήσιος*

Και σήμερα, όταν σκέφτομαι ή μου έρχεται στο νου αυτή η ιστορία ψυχικής δοκιμασίας, αναρωτιέμαι αν στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων, όχι τόσο σαν Πρέσβυς όσο σαν άνθρωπος, ψυχανεμισμένος μάλιστα από ποίηση, διαβάσματα, μουσική, ταξίδια, σχέσεις κ.α. Μαστίγωμα αυτοκριτικής; ίσως. Αλλά και η εξομολόγηση σ’ αλαφρώνει.

Τιμιρτάου, πόλη των 100.000 κατοίκων, στα Β.Α. του Καζακστάν, κέντρο βαριάς μεταλλευτικής βιομηχανίας επί Σοβ. Ενώσεως, κουκίδα στην αχανή στέπα, απαρχή της Σιβηρικής τούντρας, κρανίου τόπος επί Σοβιετίας και τσαρικής Ρωσίας, για όσους τόλμησαν να διαφοροποιηθούν ή αμφισβητήσουν τα θεσμικά του συστήματος.

Μέχρι την πτώση της Σοβ. Ένωσης, «φιλοξενούσε» πάνω από 1000 Ρωμιούς (κυρίως Πόντιους), εξόριστοι κατά τη Σταλινική περίοδο από τις παραλίες της Σοβιετικής Μαύρης θάλασσας, ή άλλως τις ιστορικές Ελληνικές κοιτίδες. Με τη διάλυση της Σ.Ε., οι περισσότεροι παλιννόστησαν στην Ελλάδα, οι δε εναπομείναντες (περί τους 200) οργανώθηκαν στην κοινότητα των Ελλήνων και άρχισαν σιγά – σιγά να δραστηριοποιούνται και να εκφράζονται ελληνικά, με εκδηλώσεις πολιτιστικές, εθνικές, και να δημιουργήσουν με τη βοήθεια της Πρεσβείας το εβδομαδιαίο σχολείο και τη χορευτική ομάδα.

Στην ιστορική και χρονική συγκυρία του χειμώνα του 2007, είχα την τύχη /αγαθή ευκαιρία να επισκεφθώ αυτό το προκεχωρημένο, στα έγκατα της Ευρασίας, ελληνικό φυλάκιο σε εκείνα τα άγρια χώματα, ως πνευματικός ακόλουθος, ενός από τους μεγαλύτερους, ωραιότερους και ευγενέστερους Έλληνες που έχει να δείξει η Ελλάδα τον 20ό αιώνα. Ήταν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο μεγάλος αυτός Έλληνας σκηνοθέτης και στοχαστής που στις αφιλόξενες στέπες του εσώτερου Καζακστάν θέλησε να αρχίσει το γύρισμα της τελευταίας, ολοκληρωμένης, διεθνούς ταινίας το «Η σκόνη του χρόνου».

Συναντήσεις μας, συζητήσεις μας στην Αθήνα, στην Αλμάτυ, στη Καραγκαντά, με έφεραν στο Τιμιρτάου όπου με σφράγισε αυτή η ανεξίτηλη εμπειρία, να δω τον Θ. Αγγελόπουλο να στήνει και να γυρίζει αυτό το φιλμ, με ηθοποιούς όπως τον Μισελ Πικολί, κ.α. διεθνείς αστέρες.

Είμαι βέβαιος, το χώμα που τον σκεπάζει είναι ελαφρύ ως σκόνη, η δε μνήμη και η πολιτιστική παρακαταθήκη του είναι βαριά και ά-χρονη.

Σ’ αυτή την πόλη, άλλοτε αποθετήριο ψυχών και σωμάτων, με την ιδιότητά μου ως εκπρόσωπος της μητρός Ελλάδος και σε συνεννόηση με το Πρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας διοργανώθηκε μία συγκέντρωση / συνάντηση των μελών της Κοινότητος, με σκοπό να γνωριστούμε, να ανταλλάξουμε σκέψεις και απόψεις, να επικοινωνήσουμε και να προκρίνουμε τους λυσιτελέστερους τρόπους, με τους οποίους αυτοί οι σκαπανείς του Ελληνισμού μπορούν να ενισχυθούν ώστε να διατηρήσουν την ελληνικότητα και ρωμιοσύνη τους.

Έμελλε όμως η βραδιά αυτή να κλείσει με ένα δραματικό τρόπο, που με έχει σημαδέψει συγκινησιακά / πατριωτικά και θα τον φέρνω πάντα μαζί μου. Και είναι αυτό που με κάνει να πιστεύω (πέρα και πάνω από ανόητες πατριωτικο-εθνικιστικές κορώνες) ότι αυτό που λέμε Ελλάδα και Ελληνισμός είναι μια ιδέα, που, ή γεννιέσαι και τη φέρνεις μαζί σου ή σου την μπολιάζουν και γίνεται ένα μαζί σου.

Εκείνη τη βραδιά της 8ης Δεκεμβρίου 2007, όπως συνηθίζεται σ’ όλες τις συνεστιάσεις / συναθροίσεις, έγιναν οι προβλεπόμενες και καθιερωμένες προσφωνήσεις/ αντιφωνήσεις, το μικρό χορευτικό της Κοινότητας χόρεψε τους Ελληνικούς/ ποντιακούς χορούς και δυο παιδάκια απ’ το Σαββατιάτικο σχολείο είπαν τα ποιήματά τους. Όλα κυλούσαν όμορφα και ωραία.                         

Ήταν η ώρα να περάσουμε στην διπλανή αίθουσα συνεστίασης, όταν ένα σεβάσμιο ζευγάρι, φανερά αποκαμωμένο απ’ τις ανάγκες και τις στερήσεις της ζωής, σηκώθηκε ευγενικά και σταθερά, ζήτησαν το λόγο και απευθύνθηκαν στον υπογράφοντα.

           Ο άνδρας: «Ονοματίζομαι Ιππόλυτος και είμαι παστρικός Έλληνοβυζάντιος. Έχω 85 χρόνια. Γεννήθηκα όξω από το Τραπεζούντα. Ο πατέρας μου, μας πήρε και μας ύπαγε στο Βατούμι της Γεωργίας, γιατί θα μας σκότωναν οι Τούρκοι, διότι είμαστε Ρωμιοί. Στα χρόνια του ‘30, ο Στάλιν μας έδιωξε στο Καζακστάν, στο Τιμιρτάου, γιατί ο πατέρας μου δεν «δούλεψε» πολύ για το κόμμα. Εκεί δούλευε κάτω βαθιά στη γη, με τα μέταλα και μια μέρα δεν τον ματαείδαμε. Το κόμμα, μας έδινε φαγητό, ρούχα και βιβλία και η μάνα μας έλεγε ότι κάποια μέρα θα έρθουν άνθρωποι να μας πάρουν πίσω στην πατρίδα, στην Ελλάδα, γιατί είμαστε παστρικοί Ρωμιοί. Κοιτάζω ότι ήρθε η ώρα, εσείς οι δύο (υπογράφων και Αγγελόπουλος) να με πάρετε μαζί σας, να γονατίσω στο χώμα της πατρίδας, την Ελλάδα, που τα πατρικά μου μια ζωή μιλούσαν γι’ αυτή και δεν τη γνώρισαν, και αυτό πριν πεθάνω». Και δεν ήταν να τελειώσει εκεί…

Η γυναίκα: «Ιγώ είμαι η Θεοδώρα, παστρικιά Ρωμιά. Έχω 82 χρόνια και τρία παιδιά. Γεννήθηκα σε χωριό ρωμαίικο στηΝ Τουρκία, κοντά στη χριστιανική Γεωργία. Ο πατέρας μου μας πήγε στα ρωμαίικα χωριά της Γεωργίας, Τσάλκα, πριν το πόλεμο, γιατί δεν μας θέλανε οι Τούρκοι. Καλά περνάγαμε εκεί, μέχρι που’ρθε ο πόλεμος και ο πατέρας πήγε να πολεμήσει. Επειδή δεΝ πολέμησε καλά, μας έστειλαν στο Τιμιρτάου. Η μάνα και ο πατέρας μιλάγανε πάντα για την Ελλάδα, που έχει τα πάντα και δεν την είχαν γνωρίσει. Εγώ, στα βιβλία και στο χάρτη του σχολείου, το μάτι μου πάντα πήγαινε στη γαλανή θάλασσα και φανταζόμουνα τα κύματα και τις μικρές πετρούλες να παίζουν μεταξύ τους. Είχα μάθει για την Αφροδίτη στηΝ Κύπρο, για το Ποσειδώνα και άλλους θεούς ελληνικούς. Ο κύρης μου θέλει να πάει, να γονατίσει και φιλήσει το χώμα της ρωμαίικης Ελλάδας. Εγώ θέλω να πάω και να δω τη θάλασσα, γιατί δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου θάλασσα και μετά να πεθάνω. Σε περικαλούμε γιόκα μου να μας βοηθήσεις να πάμε να δούμε την πατρίδα, πριν κλείσουμε τα μάτια μας».

Και αφού η κα Θεοδώρα τελείωσε, όπως ήταν, ζωηρά μαύρα μάτια, λευκή κεφαλή, στρογγυλοπρόσωπη, χαμογελαστή, ήρθε κατευθείαν επάνω μου, μου άρπαξε το χέρι και κοιτάζοντάς με κατάματα μου είπε «είσαι ο πρώτος “μεγάλος” που γνωρίζω από τηΝ πατρίδα» και πήγε να μου φιλήσει το χέρι. Τα αντανακλαστικά μου αντέδρασαν αυτόματα αποτρεπτικά. Δίπλα μου, ο Μεγαλέξανδρος του κινηματογράφου είχε βουρκώσει, εγώ έπεσα στην αγκαλιά της κας Θεοδώρας.

Η ιστορία αυτή έμελλε να γίνει και να παραμείνει χαραγμένη στα κατάστιχα της υπηρεσιακής μου εμπειρίας, αλλά περισσότερο ως εκκρεμότητα της προσωπικής ιδιωτικής μου πορείας.

Αρχές Φεβρουαρίου 2008, μετά από τις σχετικές υπηρεσιακές/ τυπικές ενέργειές μου προς τις αρμόδιες δημόσιες Αρχές, είχα εξασφαλίσει τηΝ πλήρη δαπάνη φιλοξενίας του ζευγαριού για ένα μήνα στις θερινές (Ιούνιος) κατασκηνώσεις ενός Δήμου στα παράλια (κα. Θεοδώρα) της Μακεδονίας.

Αλαφρωμένος και ευχαριστημένος, τηλεφώνησα στο Πρόεδρο της Κοινότητας Τιμιρτάου κ. Γιάννη και του ζήτησα να ανακοινώσει τα καλά νέα στο σεβάσμιο ζευγάρι και να φροντίσει να μιλήσω μαζί τους. Μου έπεσε το ακουστικό απ’ το χέρι όταν μου είπε ότι ο κ. Ιππόλυτος πέθανε, πριν ένα μήνα.   Με τις διευκολύνσεις του Προέδρου της Κοινότητας μίλησα με την κα Θεοδώρα για να μου πει «Γιόκα μου δεν μπορώ εγώ να πάω μονάχη μου στην πατρίδα, γιατί θα στεναχωρηθεί ο Ιππόλυτος. Έφυγε και δεν φίλησε το χώμα της Ελλάδας και εγώ θα φύγω χωρίς να ιδώ τη θάλασσα. Θέλω να είμαστε ίσοι».

Χρόνια αυτή η ιστορία με κυνηγάει και με κάνει να αυτο-κρίνομαι. Ως Πρέσβυς ενήργησα σωστά και η Υπηρεσία έπραξε αξιοκρατικώς και πατριωτικώς.

Εγώ όμως ως συν-Έλλην, ως συν-κοινωνός ιδιώτης, δεν θα έπρεπε να είχα πάρει αμέσως, αυτούς τους δυό αποκαμωμένους, απόμαχους Ρωμιούς και με το δικό μου τρόπο να τους είχα στείλει στην Ελλάδα, ο ένας να φιλήσει το χώμα και ο άλλος να δει τη θάλασσα;

Αυτό μπορεί να είναι ένα ρητορικό ερώτημα με πρακτικές ασφαλώς δυσκολίες, αλλά συγχρόνως δεν έχει και διαστάσεις κοινωνικής συναλληλίας, συνεπικουρίας και συμπόνιας, ανθρώπινες ιδιότητες που θα πρέπει να τις δοκιμάζουμε στην κοινωνική αρένα με πράξεις;

                                                                               Χρίστος Κοντοβουνήσιος

π.Πρέσβυς της Ελλάδος στο Καζακστάν-2005-8

 

σ.ε. Είναι πράγματι μια κατάθεση ψυχής, από τον Χρίστο Κοντοβουνίσιο. Διαβάζοντάς το βλέπεις το μεγαλείο του Έλληνα, όπου γης, αλλά και τις υστερήσεις όλων ημών γι’ αυτούς τους Έλληνες...

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 240 επισκέπτες και κανένα μέλος