Η λέξη ‘’γυνή”  ετυμολογικά  σημαίνει: «αυτή που  γεννάει». Ο πατριαρχικός αρχαίος Έλληνας  έβλεπε τη γυναίκα  σαν την μητέρα των παιδιών του. Η σεξουαλική εξάρτηση   από τη γυναίκα,  εθεωρείτο  ντροπή. Η γυναίκα ήταν τόσο καλύτερη,  όσο καλύτερη νοικοκυρά και όσο λιγότερο κανείς την έβλεπε έξω από το νοικοκυριό...

Η γυναίκα  στην Αρχαία Σπάρτη


Η λέξη ‘’γυνή”  ετυμολογικά  σημαίνει: «αυτή που  γεννάει». Ο πατριαρχικός αρχαίος Έλληνας  έβλεπε τη γυναίκα  σαν την μητέρα των παιδιών του. Η σεξουαλική εξάρτηση   από τη γυναίκα,  εθεωρείτο  ντροπή. Η γυναίκα ήταν τόσο καλύτερη,  όσο καλύτερη νοικοκυρά και όσο λιγότερο κανείς την έβλεπε έξω από το νοικοκυριό. Γι’ αυτό  για τις νοικοκυρές,  μόνο εκφράσεις  ευγνωμοσύνης  ακούγονταν. Ο γάμος,  δεν ήταν μια προσωπική υπόθεση  που αφορούσε δυό άτομα. Αφορούσε στο σύνολο, γράφει ο Καργάκος  στην  “Ιστορία των αρχαίων   Αθηνών”.   Αφορούσε στην ίδια την πόλη και όπως συμπληρώνω εγώ, ήταν μια πολιτική υπόθεση, που έγραφε και προγραμμάτιζε την ίδια την ευημερία και  επιβίωση της γενιάς και της  φυλής.

Τον 5ο π.Χ. αιώνα, η Αθηναία  γυναίκα, σπάνια έβλεπε τον άνδρα της έξω από τις κάποιες ιδιαίτερες  στιγμές. Ακόμα μόνο στις οικογενειακές γιορτές έτρωγε μαζί του.  Ο άνδρας, έτρωγε  συνήθως με άλλους άνδρες,  σε κάποιο είδος λέσχης (θίασος).  Η γυναίκα, δεν συνόδευε τον άνδρα,  όταν αυτός ήταν καλεσμένος, σε φίλους του. Και όταν στο σπίτι της είχε καλεσμένους, αυτή παρέμενε χωριστά κλεισμένη στον γυναικωνίτη.

Άλλος θεσμός, ήταν ο θεσμός του γυναικονόμου,   δηλαδή του επόπτη τής γυναίκας  στις εξόδους της στην πόλη.

Αυτά και άλλα συνεβαιναν στην  Αθήνα.


Αλλά στη Σπάρτη, το κλίμα που επικρατούσε, ήταν διαφορετικό. Η ανατροφή των παρθένων γυναικών, ήταν δημόσια και ακολουθούσε την πρακτική εκπαίδευση των αρρένων. Η  άσκηση ήταν ομαδική και η άθληση στον δρόμο. ακόντιο,  πάλη  άλμα, δισκοβολία, ήταν το σύνηθες και συνοδευόταν από τη χωρίς   διάκριση φύλου άμιλλα. Άνδρες και γυναίκες, έπρεπε να έχουν σώματα  δυνατά, για τις ανάγκες της πατρίδας. Σε μια πατρίδα, που το κοινωνικό  ολιγαρχικού τύπου πολίτευμα,  δεν άφηνε περιθώρια δημοκρατικής ολοκληρωμένης  ελευθερίας όπως συνέβαινε στην Αθήνα. Εδώ όλα ακολουθούσαν το προγραμματισμένο γράμμα του νόμου.  Οι νέες  όπως και οι νέοι,  κυκλοφορούσαν ασκούμενες στα γυμναστήρια  γυμνές. Μάλιστα μερικές φορές,  οι παρθένες χόρευαν και γυμνές στις πανηγύρεις,  μπροστά στα ορθάνοικτα μάτια των θεατών. Μα  και οι κόρες  όταν ήταν ντυμένες, πάλι ήταν στην πραγματικότητα μισόγυμνες.   Ένας χιτώνας κοντός μέχρι το γόνατο και σχιστός στα πλάγια, στους μηρούς. Πόρπες  ή μεγάλες παραμάνες  συγκρατούσαν  τις σχισμένες γλώσσες του χιτώνα.

Και όταν αγέρωχες και υπερήφανες σαν  Σπαρτιάτισσες περπατούσαν, οι μηροί τους,  μαυρισμένοι, γυάλιζαν στον ήλιο. Γι΄αυτό τις καλούσαν και ‘’Φαινομηρίδες’’. ΟΙ Σπαρτιάτισσες ήταν συνάμα και  ιδιαίτερα όμορφες. Ο Όμηρος την αποκαλεί «καλλιγυναίκα» και εμείς την μάθαμε σαν Ωραία Ελένη. Ο Αριστοφάνης  στη “Λυσιστράτη” (στιχ.7) γράφει:  «Ω! φίλτατη Λάκαινα, χαίρε οίον το κάλλος  γλυκυτάτη, σου φαίνεται, ως δε ευχροείς, ως δε σφριγά το σώμα σου κάν ταύρον άγχοις», δηλαδή «Αγαπητή Λακεδαιμόνισα,  να χαίρεσαι την ομορφιά σου, γλυκυτάτη με το όμορφο χρώμα που έχει το δέρμα σου, και την σφριγηλότητα του σώματός  σου, που αναστατώνει και ταύρο».  Στη Σπάρτη θαυμάζονται οι ωραίοι άνδρες αλλά και οι όμορφες γυναίκες, που γεννούν και  αυτές όμορφες γυναίκες «και γυνή η καλλίστη, καλλίστας γεννώσης της Σπάρτης τας γυναίκας».

 Στη Σπαρτιάτισσα γυναίκα, η καλλιέργεια του πνεύματος δεν έμενε πίσω.  Μάθαιναν μουσική,  αλλά μάθαιναν και να κατέχουν το προτέρημα της βραχυλογίας, που ήταν και αυτό μέρος της λακωνικής φιλοσοφίας. Συνετές και ολιγόλογες, ωρίμαζαν πνευματικά γρήγορα, μέσα  σε ένα γυμνασμένο κορμί, που εκτός από πόθο προκαλούσε και τους  άνδρες σε ένα συναγωνισμό  και άμιλλα στον πόλεμο και στην αθλητική αρένα. Με σκληρή επιμελή εκπαίδευση, είχαν καταφέρει να αποβάλουν την έμφυτη αιδημοσύνη και φόβο  που τρέφει (διάβαζε: που έτρεφε τότε) το γυναικείο φύλο στο αντίκρυσμα του άνδρα.   Και σε κατάληξη,  όλες μαζί και η κάθε  μια χωριστά  δίνανε τις ασπίδες στα παιδιά τους, με την εντολή:  «Ταν ή επί Τας».

Εκείνο βέβαια που χαρακτήριζε την Σπαρτιάτισσα ήταν η αξιοπρέπεια και το πνίξιμο του πόνου. Είναι χαρακτηριστική  η εικόνα που παρουσιαζόταν στη Σπάρτη μετά από μια ήττα: Οι χαροκαμένες μάνες, βγαίνανε περήφανες στους δρόμους χαμογελαστές, γιατί είχαν δώσει, είχαν χαρίσει στην πατρίδα ό,τι πολυτιμότερο είχαν: τα  παιδιά τους. Ήξεραν καλά πως ήταν οι ηρωικές μορφές που όλοι τις δάχτυλοδείχνανε.

Συγκινημένος από το δράμα και από αυτή την αξιοπρέπεια ο Καβάφης, γράφει δυό ποιήματα επάνω στο ίδιο θέμα.

Η Σπαρτιάτισσα βασιλομήτωρ “Κρατισίκλεια”,  πρέπει να οδηγηθεί όμηρος στην Αίγυπτο, μετά την  ήττα της Σπάρτης. Τέτοια απαίτηση  εγγύησης, για την τήρηση της συνθήκης, υποχρεώθηκε να υπογράψει (από  τον Πτολεμαίο βασιλιά Λαγίδη) ο γιός της, ο Βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης. Ο Kλεομένης σkεφτόταν πώς να της πεί τέτοιο πράγμα. Η βασιλομήτωρ όμως το κατάλαβε

«Μα η υπέροχη γυναίκα τον  κατάλαβε\ (είχεν ακούσει κιόλα διαδόσεις σχετικές) \ και τον ενθάρρυνε να εξηγηθεί. 

Και γέλασε. Κι είπε:  βεβαίως πιαίνει. \  Και μάλιστα χαιρόταν που μπορούσε  νάναι \ στο γήρας της ωφέλιμη στη Σπάρτη ακόμη \ Όσο για την ταπείνωση - μα αδιαφορούσε».

(Από το ‘’Εν Σπάρτη’’) 

«Άγε, ω, βασιλεύ \ Λακεδαιμονίων,  όπως επάν έξω\ γενώμεθα,  μηδείς ιδή δακρυόντας \ ημάς, μηδε ανάξιον τι της Σπάρτης \ ποιούντας».

(Από το Άγε ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων)

Τελικά οι Σπαρτάτισσες μανάδες δεν άλλαξαν. Θυμάμαι ακόμη όταν προ 15 ετών περίπου είχα ζήτήσει να εξετάσω, μια σεβάσμια μανιάτισα που είχε σπάσει το πόδι της.  Γύρω της  με αγωνία περίμεναν  παιδιά και εγγόνια. 

Στην προσπάθεια να σηκώσω το νυχτικό της, δέχτηκα την κεραυνοβόλο ματιά της μέδουσας, καθώς αντιδρούσε τραβώντας το χέρι μου από το νυχτικό της.

«Μα γιατί γιαγιά. Να σε εξετάσω  θέλω. Άσε με να σε δώ».

«Εμένα μωρέ δεν με έχει δεί ούτε ο άντρας μου». 

«Μα γιαγιά τι μου λές τώρα. Έχεις παιδιά, έχεις εγγόνια, πως γεννηθήκανε,  τι έκανες με τον άντρα σου:»  

«Τον άντρα μου τον είχα μόνο για τα παιδιά και  μόνο όποτε ήθελα εγώ».


 Στην αγέρωχη μανιάτισα έσκυψα το κεφάλι.

Αχ μωρέ γιαγιά. Μακάρι  να  είχαμε γυναίκες - μάνες σαν και  σένα και οικογένειες σαν τη δική σου,  που ολόγυρά σου στέκει και τρέμει για σένα από αγάπη. Από την αγάπη, που εσύ τους έδωσες και που εσύ τους δίδαξες . Τότε, γιαγιά  ο τόπος δεν θα  είχε ακόμα σκυμμένο το κεφάλι.


––––––––––––
Βοηθήματα
1) Παν. Δούκα ’’ Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων.’’ 1922
2) Στ. Δεληκωστόπουλος ‘ Η Γυναίκα’’ εκδ. Λιβάνη 2007
3) Ern. Borneman ’’ Πατριαρχία’’  εκδ. ΜΙΕΤ 2001
4) Κ.Π. Καβάφη. ΄’’Ποιήματα.\  εκδ Γαλαξία 1983
5) Eva Cantarella: “Γυναίκες στην Αρχαία Ελλάδα”, εκδ. Παπαδήμα.


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 571 επισκέπτες και κανένα μέλος