Το ’40, έτσι όπως το διδαχθήκαμε οι μεγαλύτεροι στο σχολείο-κι έτσι όπως δεν το διδάσκονται σήμερα τα παιδιά μας-δεν ήταν απλά ένα έπος. Στην πραγματικότητα ήταν μιά σειρά από έπη. Ένα από αυτά διαδραματίσθηκε στο βορειοηπειρωτικό ύψωμα 731 από τις 9 έως τις 15 Μαρτίου 1941, όταν ο Μουσολίνι έδωσε την διαταγή για την περίφημη «εαρινή επίθεση» γοήτρου του ιταλικού στρατού...

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ύψωμα 731

Οι Θερμοπύλες του ‘40


Το ’40, έτσι όπως το διδαχθήκαμε οι μεγαλύτεροι στο σχολείο-κι έτσι όπως δεν το διδάσκονται σήμερα τα παιδιά μας-δεν ήταν απλά ένα έπος. Στην πραγματικότητα ήταν μιά σειρά από έπη. Ένα από αυτά διαδραματίσθηκε στο βορειοηπειρωτικό ύψωμα 731 από τις 9 έως τις 15 Μαρτίου 1941, όταν ο Μουσολίνι έδωσε την διαταγή για την περίφημη «εαρινή επίθεση» γοήτρου του ιταλικού στρατού. Μέχρι τότε η ξιπασμένη υπόσχεση που είχε δώσει στον σύμμαχό του Χίτλερ, ότι «θα τσακίσει τη ραχοκοκκαλιά των Ελλήνων», είχε υλοποιηθεί ως τραγωδία του από 14 Νοεμβρίου διαρκώς υποχωρούντος ιταλικού στρατού. Οι συνεχείς αλλαγές των Ιταλών αρχιστρατήγων του αλβανικού μετώπου δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα και ο Χίτλερ αδημονούσε να τελειώνει με την ελληνική εκκρεμότητα για να εξαπολύσει την «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα» κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Ήδη οι Γερμανοί στρατηγοί είχαν καταστρώσει το σχέδιο «Μαρίτα» για την επίθεση κατά της Ελλάδας κι ο Μουσολίνι καιγόταν να τους προλάβει και ν’ αποδείξει στους ισχυρούς του συμμάχους ότι μπορούσε και μόνος του να κάμψει την αντίσταση των Ελλήνων.

Έτσι τις παραμονές της ιταλικής αντεπίθεσης οι ιταλικές δυνάμεις αριθμούσαν 25 μεραρχίες, υπερδιπλάσιες δηλαδή των αντίστοιχων 12 ελληνικών. Ο Έλληνας στρατάρχης Παπάγος ούτε κατά διάνοια δεν μπορούσε να ενισχύσει τις δικές μας δυνάμεις, αφού οι Βρετανοί είχαν ήδη ειδοποιήσει για την επικείμενη γερμανική επίθεση στο μέτωπο της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Το ελληνικό επιτελείο έπρεπε και πάλι να στηριχθεί στο ακμαιότατο ηθικό των Ελλήνων μαχητών. Και η αναγκαστική αυτή προσδοκία δεν διαψεύσθηκε.

Λίγες μέρες πριν την εκδήλωση της χερσαίας επίθεσης, η ιταλική αεροπορία, ανενόχλητη από τα ελάχιστα ελληνικά αεροσκάφη, βομβάρδιζε τις ελληνικές θέσεις του Β Σώματος Στρατού σε όλο το μήκος του μετώπου, καθώς και στα μετόπισθεν με προτεραιότητα τις συγκοινωνίες. Και στις 6.30 το πρωί της 9ης Μαρτίου 1941 ξέσπασε η κόλαση. Οι Ιταλοί προσέβαλλαν με πυρά βαρέος πυροβολικού όλο το ελληνικό μέτωπο στις γραμμές Ποντγκοράνη-Σούκα και Κλεισούρα-Φράταρι-Μάλι Κρέσοβας. Ενδιάμεσοι αντικειμενικοί στόχοι ήταν τα υψώματα της Τρεμπεσίνας όπου βρίσκεται και το 731, είκοσι χιλιόμετρα πάνω από την Κλεισούρα, στο κέντρο ακριβώς της ελληνικής διάταξης. Η κατάληψή του είχε τεράστια σημασία για τους Ιταλούς αφού αν περνούσαν την Κλεισούρα θα μπορούσαν να κατευθυνθούν μέσω της κοιλάδας του Αώου προς Πρεμετή-Λεσκοβίκι-Μέρτζανη και Ερσέκα, αποκόπτοντας έτσι το βόρειο από το νότιο μέτωπο για να κατευθυνθούν στη συνέχεια προς τα Ιωάννινα.

Από τις 6.30 το πρωί της 9ης Μαρτίου έως και τις 9.00, οπότε και εκδηλώθηκε η επίθεση του ιταλικού πεζικού, τα 300 βαρέα πυροβόλα των Ιταλών έριξαν περί τα 100.000 βλήματα, χωρίς να συνυπολογίζονται τα βλήματα όλμων των 81 χλστ. από τους 60 όλμους που διέθετε κάθε ιταλική μεραρχία. Σε όλη τη διάρκεια της προπαρασκευής της χερσαίας επίθεσης, η ιταλική αεροπορία βομβάρδιζε ταυτόχρονα με το πυροβολικό τις ελληνικές θέσεις. Στο διάστημα αυτό το 731 κυριολεκτικά ανασκάφτηκε. Τα ύψους 4-5 μέτρων δέντρα που το κάλυπταν ξεριζώθηκαν, τα δε χαρακώματα και τα συρματοπλέγματα των Ελλήνων μαχητών κυριολεκτικά διαλύθηκαν. Ωστόσο όταν εκδηλώθηκε η σφοδρή επίθεση του ιταλικού πεζικού, εκεί στο ανασκαμμένο 731, υπήρχαν ακόμα Έλληνες που τσάκισαν και αυτήν όπως και όλες τις άλλες ιταλικές επιθέσεις στις επόμενες ώρες και μέρες. Είχε προηγηθεί η διαταγή του ταγματάρχη Δημήτρη Κασλά, διοικητή του 2ου τάγματος του 5ου συντάγματος που υπερασπιζόταν το 731: «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθεί προς τα οπίσω. Εμψυχώσατε τους άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Τότε μόνον θα διέλθει ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας». Ακολούθησαν τρεις ακόμα λυσσώδεις ιταλικές επιθέσεις κατά του 731 μέχρι το τέλος της πρώτης μέρας, με το ίδιο πάντοτε αποτέλεσμα. Οι Έλληνες στρατιώτες άφηναν υπομονετικά τους Ιταλούς να πλησιάζουν σε απόσταση βολής και ύστερα τους θέριζαν με πυρά αυτομάτων όπλων και με αιφνιδιαστικές αντεπιθέσεις με τις ξιφολόγχες.

Με μικροπαραλλαγές η εικόνα αυτή, στο 731 και στα υπόλοιπα σημεία του μετώπου, δεν άλλαξε μέχρι το τέλος της εαρινής επίθεσης και την αποχώρηση του κατασυγχισμένου Ντούτσε που επέστρεψε με μαδημένα φτερά στη Ρώμη. Αντιθέτως από τις 11 Μαρτίου και μετά οι ελληνικές δυνάμεις πύκνωσαν τις επιτυχημένες αντεπιθέσεις τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αποκοπή και κύκλωση επιτιθέμενης ιταλικής φάλαγγας που κατέληξε σε πανωλεθρία και την παράδοση 501 Ιταλών αιχμαλώτων. Από την αρχή ως το τέλος της σφοδρότατης εαρινής επίθεσης των Ιταλών, το 731 και το αδελφό ύψωμα 717 δέχτηκαν το κύριο βάρος των ιταλικών επιθέσεων λόγω της στρατηγικής σημασίας τους. Τα βράχια ξεθεμελιώθηκαν. Οι άνθρωποι όμως που τα υπερασπίζονταν κράτησαν ψηλά την απόφασή τους ως το τέλος. Σήμερα, ο επισκέπτης του 731 θα δει στην κορυφή δύο πλάκες με αφιερώματα. Η μία, η πέτρινη, είναι των υπερασπιστών του υψώματος και γράφει μόνο: «Ντούτσε, νικήσαμε». Και η άλλη, η μαρμάρινη, είναι αφιέρωμα των μεταγενέστερων και μας πληροφορεί ότι «Εδώ στις 9-3-41 το Δυτικοθεσσαλικό 5ο Σύνταγμα αντιμετώπισε νικηφόρα την μεγαλύτερη επίθεση του πολέμου. Αιωνία η μνήμη τους»

Ίσως όμως, το καλύτερο αφιέρωμα στη μνήμη των ηρωϊκών υπερασπιστών του 731 να είναι τα λόγια ενός εχθρού. Ενός Ιταλού, έφεδρου ανθυπολοχαγού, που ηγήθηκε πολλές φορές των ανδρών του στις επιθέσεις κατά του 731. Και χρόνια μετά, προσκεκλημένος στην θρυλική εκπομπή του αξέχαστου Φρέντυ Γερμανού, «Αλάτι και Πιπέρι», εξομολογήθηκε στον οικοδεσπότη του: «Όταν εφορμήσαμε την πρώτη φορά κατά του 731, πίστευα ότι δεν θα συναντούσαμε ούτε έναν Έλληνα ζωντανό πάνω στο ύψωμα. Τόσο σφοδροί ήταν οι βομβαρδισμοί που προηγήθηκαν. Όμως εκείνοι ήταν εκεί και μας περίμεναν. Συνέχισα να πιστεύω το ίδιο και στις επόμενες επιθέσεις μας, που πάντα εκδηλώνονταν ύστερα από καταιγιστικά πυρά του πυροβολικού και της αεροπορίας μας. Όμως πάντα μας περίμεναν και μας απέκρουαν. Μετά την τρίτη μέρα των επιθέσεών μας, έπαψα πια να ελπίζω ότι δεν θα συναντούσαμε ζωντανούς τους υπερασπιστές του 731. Και οι στρατιώτες μας έπαψαν κι αυτοί να ελπίζουν πως η αεροπορία και το πυροβολικό μας θα έκαναν τη δουλειά μας αντί για μας. Αυτό είχε πολύ άσχημο αντίκτυπο στο ηθικό τους, το έβλεπα. Συχνά οι Έλληνες μας περίμεναν όρθιοι μπροστά στα κατεστραμένα χαρακώματά τους με τις λόγχες περασμένες στα όπλα τους. Συχνά γελούσαν δυνατά και φώναζαν. Είχαν υπερβεί τον άνθρωπο. Δεν ήταν άνθρωποι πλέον, το πιστεύω αυτό, ήταν θηρία».

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 437 επισκέπτες και κανένα μέλος