Αντί να εκπονήσουμε ως πολιτική κοινωνία ένα πρόγραμμα προστασίας της δημοκρατίας, χωρίς συνείδηση εφαρμόζουμε την τεχνοκρατική μέθοδο των μνημονίων

Γράφει ο Θεόδωρος Γεωργίου*

 

Τον Απρίλιο του 2010 στην ελληνική πολιτική κοινωνία εγκαθιδρύθηκε το καθεστώς του δημοσίου χρέους. Η ιδρυτική κοινοβουλευτική πράξη έγινε με την πρωτοβουλία της εκλεγμένης κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου με την τεχνοκρατική μέθοδο των μνημονίων. Πράγμα που σημαίνει, ότι εξ αρχής η ιδρυτική πράξη του καθεστώτος του δημοσίου χρέους θεμελιώνεται σε μία αντίφαση: σε μία κοινοβουλευτική δημοκρατία, σ’ ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου εφαρμόζεται η κατεξοχήν τεχνοκρατική μέθοδος των μνημονίων, για να επιλυθεί το κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα του δημοσίου χρέους.

 

Όσα ακολουθούν επί τόσα χρόνια (μετά το 2010) στο πολιτικό επίπεδο έχουν τη ρίζα τους σ’ αυτό το δομικό ελάττωμα της ιδρυτικής πράξης. Η ίδια η κοινοβουλευτική δημοκρατία υπονομεύεται και αναθέτει σε τεχνοκρατικές δομές και οντότητες έργα και εργασίες τις οποίες η ίδια οφείλει να διεκπεραιώσει για να προωθήσει την επίλυση του προβλήματος του χρέους. Για το δημόσιο χρέος όμως ως πολιτικό πρόβλημα έχουμε γράψει πολλά στις φιλόξενες στήλες της «Εφημερίδας των Συντακτών». Το θέμα που χρειάζεται να αναλύσουμε αναφέρεται στο δημόσιο χρέος ως τρόπος ζωής.

 

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από μερικές βασικές εμπειρικές παρατηρήσεις: κάθε άτομο, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως οφειλέτης, εντάσσει τον εαυτό του σε ένα καθεστώς πειθαρχίας. Αναλαμβάνει την υποχρέωση να οργανώσει την καθημερινή ζωή του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σε θέση να εξοφλήσει κάποτε το χρέος του στο δανειστή του. Σε διαφορετική περίπτωση θα μπλέξει σε περιπέτειες, οι οποίες θα καταστήσουν τη ζωή του δύσκολη. Κάθε οφειλέτης λοιπόν κάνει δύο πράγματα, δύο εργασίες: εργάζεται για να αποκτήσει χρήματα με τα οποία θα ζήσει, θα επιβιώσει και θα εξοφλήσει το χρέος του και η δεύτερη εργασία αναφέρεται σ’ αυτό που ο Foucault ονομάζει: «επιμέλεια του εαυτού». Το άτομο επωμίζεται, ενσωματώνει στον ψυχικό του κόσμο την ενοχή για το χρέος απέναντι στο δανειστή του.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει η ανάλυσή μας να μην περιορισθεί σε μία χριστιανικού τύπου ψυχολογία, αλλά επιβάλλεται να επιχειρήσουμε μία έρευνα είτε ατομικής ψυχολογίας, είτε κοινωνικής ψυχολογίας, της οποία η κεντρική αναφορά είναι το καθεστώς της λιτότητας. Εάν το άτομο που είναι ο δανειολήπτης και το οποίο βρίσκεται σε αδυναμία εξόφλησης του χρέους του, τότε αυτό το άτομο εντάσσει τον εαυτό του σε καθεστώς λιτότητας, ελέγχου, επιτήρησης, επιμέλειας σε όλα τα επίπεδα, συγκρότησης της προσωπικότητάς του. Το ίδιο το καθεστώς του χρέους τοποθετεί το άτομο σε επισφαλή κοινωνική κατάσταση.

 

Ο Mauricio Lazzarato (βλ. το βιβλίο του: the Making of the Indebted Man) υποστηρίζει, ότι το άτομο – οφειλέτης στο επισφαλές κοινωνικό καθεστώς, στο οποίο εξαναγκάζεται να ζει μεταμορφώνεται σε «επιχειρηματία του εαυτού του». Η θέση αυτή και από επιστημολογική άποψη και από πολιτική άποψη είναι διφορούμενη. Το κοινωνικό καθεστώς της επισφάλειας για έναν εργαζόμενο μπορεί να τον οδηγήσει στην «επιμέλεια του εαυτού του» (κατά τον Foucault), αλλά κατά πόσο θα τον κατευθύνει στη δημιουργία νέων ικανοτήτων και νέων επινοήσεων είναι ένα μεγάλο ζητούμενο.

 

Τα πράγματα σχετικά με το χρέος ως τρόπο ζωής όταν έχει να κάνει με την οντότητα που ονομάζεται κράτος, αποκτούν εντελώς άλλες διαστάσεις. Στην περίπτωση του δημοσίου ή του κρατικού χρέους δεν έχουμε να κάνουμε με ένα χρέος ενός ατόμου. Δεν έχουμε ένα στεγαστικό δάνειο μίας οικογένειας. Δεν έχουμε ένα επιχειρηματικό δάνειο μίας εταιρείας. Στην περίπτωση του κράτους, η οντότητα που δανείζεται διαφέρει ριζικά από την οικογένεια ή την εταιρεία και την επιχείρηση. Το κράτος επιτελεί έργα εντός της πολιτικής κοινωνίας, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τα έργα της οικογένειας ούτε με τις εργασίες των οντοτήτων που εντοπίζουμε στην κοινωνία των πολιτών (κατά τον Hegel), στη σημερινή αγορά. Εάν επιμένουμε σ’ αυτή την κοινωνική τυπολογία (οικογένεια – οικονομία της αγοράς – κράτος), η οποία ανάγεται στην πολιτική φιλοσοφία του Hegel, αυτό το κάνουμε για να κατανοήσουμε τελικά που βρίσκεται το τεράστιο πολιτικό σφάλμα των ελληνικών κυβερνήσεων, οι οποίες υιοθέτησαν την τεχνοκρατική μέθοδο των μνημονίων ως μέθοδο επίλυσης του δημοσίου χρέους.

Το κράτος, εξ ορισμού, είναι εκείνη η οντότητα, η οποία εγγυάται το «ευ ζην» των πολιτών (Αριστοτέλης) και την ελευθερία τους (Hegel). Και εκτός τούτων αναπτύσσει μείζονες δραστηριότητες, οι οποίες εγγυώνται δημόσια αγαθά (παιδεία, υγεία κ.α.), μεριμνά για το καθεστώς κοινωνικής δικαιοσύνης και επιπλέον στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατόν «κατασκευάζει» ως εθνικό κράτος την αυτοσυνείδηση της κοινωνίας. Όλες αυτές οι εργασίες του κράτους θα πρέπει να προστατευθούν, όταν αρχίζει η ιστορική φάση εφαρμογής του καθεστώτος του δημοσίου χρέους όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας μετά τον Απρίλιο του 2010.

 

Αντί λοιπόν να εκπονήσουμε ως πολιτική κοινωνία ένα πρόγραμμα προστασίας της δημοκρατίας, του κοινοβουλευτισμού και της πολιτικής εν γένει, χωρίς συνείδηση εφαρμόζουμε την τεχνοκρατική μέθοδο των μνημονίων, η οποία τελικά μετατρέπει το χρέος και σε τρόπο ζωής για μία ολόκληρη κοινωνία. Πράγματι όπως τα άτομα στην ιδιωτική σφαίρα τους (στην οικογένειά τους ή στις επιχειρήσεις τους) για να εξοφλήσουν τα χρέη τους ζουν τη ζωή τους «μεταφράζοντάς» την σε επιβίωση, το ίδιο κάνουμε τελικά και εμείς ως πολίτες (ως φορολογούμενοι, ως κρατικοί υπάλληλοι, ως συνταξιούχοι κ.α.). Οργανώνουμε τη ζωή μας με κριτήριο το δημόσιο χρέος, το οποίο οφείλουμε να εξοφλήσουμε. Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε και κάτι ακόμη: το χρέος αυτό κανείς (ούτε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα) δε γνωρίζει εάν είναι βιώσιμο. Ωστόσο εμείς οι πολίτες της «Ελληνικής Δημοκρατίας» οφείλουμε να εργαζόμαστε, για να το εξοφλήσουμε και για να «αλλάξουμε τους εαυτούς» μας σύμφωνα με το σύστημα του χρέους. Και η μία εργασία (η υλική) και η άλλη (η ηθική) θα φτιάξουν μία άλλη ελληνική κοινωνία στη σύγχρονη πλανητική κοινωνία. Θα πρόκειται για την ελληνική κοινωνία του εικοστού πρώτου αιώνα, της οποία τα θεμέλια τέθηκαν τον Απρίλιο του 2010.

 

Ως συμπέρασμα μπορούν να υπογραμμισθούν οι εξής δύο παρατηρήσεις: πρώτον, το καθεστώς του δημοσίου χρέους συνιστά πολιτική συνθήκη ύπαρξης για την ελληνική κοινωνία μετά τον Απρίλιο του 2010. Το δημόσιο χρέος έχει καταστεί δομικό στοιχείο της πολιτικής συγκρότησης της ελληνικής κοινωνίας. Δεύτερον, σε αντιπαραβολή προς τις κατά καιρούς προσωρινές στρατιωτικές δικτατορίες της πολιτικής ιστορίας στον τόπο μας, το πολιτικό καθεστώς του δημοσίου χρέους όχι μόνον καθίσταται μόνιμο, αλλά μετατρέπεται και σε τρόπο ζωής. Αυτό σημαίνει ριζικές αλλαγές στο υλικό, οικονομικό, πνευματικό και συνειδησιακό επίπεδο της συλλογικής ζωής των ελλήνων πολιτών μακροπρόθεσμα.

 

* O ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι Καθηγητής ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ στο ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ.

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 439 επισκέπτες και κανένα μέλος