Τα Παναθήναια ήταν μια από τις μεγαλύτερες γιορτές . Γινόταν κάθε  4  
χρόνια (ή τα τρίτα χρόνια κάθε Ολυμπιάδος) κατά το μήνα Αύγουστο (Εκατομβαιώνα) και οι γιορτές διαρκούσαν  τέσσερεις μέρες....

Οι Αμφορείς, των Παναθηναίων “το Αθένεθεν άθλον”


Τα Παναθήναια ήταν μια από τις μεγαλύτερες γιορτές . Γινόταν κάθε  4  

χρόνια (ή τα τρίτα χρόνια κάθε Ολυμπιάδος) κατά το μήνα Αύγουστο (Εκατομβαιώνα) και οι γιορτές διαρκούσαν  τέσσερεις μέρες. Αυτή η γιορτή  ήταν αφιερωμένη στην  Αθηνά και  στην αρχή είχε καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα· λεγόταν δε “Αθήναια” – ημέρα γενεθλίων της Θεάς. Αργότερα  με την πολιτική ένωση των κοινοτήτων της Αθήνας σε άστυ, και ιδιαίτερα επί Πεισιστράτου  το 566 π.Χ. διευρύνθηκε και απέκτησε μια ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια.  Λαμπαδηφορίες, κανηφόροι παρθένες, γυμνικοί και λοιποί αθλητικοί αγώνες, αγώνες  μουσικής και ραψωδίας, ήρθαν να προστεθούν στην όλη τελετουργική διαδικασία.  Τότε στη γιορτή δόθηκε και το όνομα “Μεγάλα Παναθήναια”  και θεσπίστηκε η βράβευση του νικητή με  τον ομώνυμο αμφορέα. Οι αμφορείς  αυτοί, ήταν  διακοσμημένοι και γεμάτοι με λάδι- από τις ιερές ελιές της θεάς  Αθηνάς, -τριάντα λίτρα περίπου. Αυτό ήταν και το έπαθλο  μαζί με ένα  δάφνινο στεφάνι από φύλλα της  ιερής ελιάς. Σε αριθμό για κάθε αγώνισμα μπορούσαν να φτάσουν και στα 120 κομμάτια, όπως στις αρματοδρομίες. Εκλεγμένοι άρχοντες, αργότερα οι αθλοθέτες και οι αγωνοθέτες, επιστατούσαν  στην ακριβοδίκαιη μοιρασιά  του λαδιού, που αν κρίνει κανείς από τις λεπτομέρειες της όλης διαδικασίας   φαίνεται ότι το έπαθλο αυτό, εκτός από την ηθική αξία, είχε και υλική. Η ηθική αξία της κατοχής του Παναθηναϊκού αμφορέα,  καταδεικνύεται από την  υπερηφάνεια με την οποία ο κάτοχος- νικητής τον στόλιζε στο σπίτι του ακόμη και σπασμένο και τον επεδείκνυε. Αλλά και η υλική του αξία, αποδεικνύεται από την λεπτομερειακή καταγραφή των Παναθηναϊκών αμφορέων του Αλκιβιάδη, - εδώ και των σπασμένων,-που έγινε όταν τον 5ο αιώνα κατασχέθηκε η περιουσία του, μετά την καταδίκη του για  τον ακρωτηριασμό των   αγαλμάτων του Ερμή*.

Γενικά όμως θραύσματα Παναθηναϊκών  αμφορέων** έχουν ανακαλυφθεί- σαν ευλαβικά αναθήματα - σε κατά καιρούς γενόμενες ανασκαφές στον Κεραμεικό, στην Ακρόπολη των Αθηνών, στο Τριτοπάτρειο, στον ναό της Αρτέμιδος και αλλαχού εντός της Ελλάδας όπως σε Σάμο, Ρόδο και Χαλκιδική (Όλυνθος). Ακόμη και εκτός της Ελλάδας όπου υπήρχε ο ελληνιστικός κόσμος,  όπως στην Μικρά Ασία, στην Ιταλία, στην Κυρηναϊκή, στην Αλεξάνδρεια· παντού σε θραύσματα. Ακέραιοι και σώοι  μόνο σε τάφους.

Οι Παναθηναϊκοί,  είναι αμφορείς** που έχουν ένα στόμιο που προεξέχει και που χωρίζεται από το λοιπό κύριο σώμα του αγγείου με ένα πλατύ λαιμό σαν κολάρο.

Από τον λαιμό ξεκινούν δυο λαβές,  δηλαδή χερούλια που  προχωρούν  προς τα κάτω,  καταλήγοντας να ακουμπήσουν στους φαρδείς ώμους.  Το κυρίως αγγείο είναι η κοιλιά,  που είναι φουσκωτή και οδηγεί σε μια βάση πολύ στενότερη και θα έλεγα  υποτυπώδη ή και ανύπαρκτη.  Έτσι  μπορεί ο αθλητής να το  κρατά σαν ανθοδέσμη στην αγκαλιά του. Εξυπακούεται ότι το όλον αγγείο δεν μπορεί να στηριχθεί μοναχό του όρθιο. Το 530 π.Χ.,  στο φάτνωμα της κυρίας όψης,  βλέπομε να τοποθετούνται δυο μικροί κίονες με δωρικά κιονόκρανα και με ένα πετεινό καθισμένο στο καθένα από αυτά. Ο κόκορας ήταν ανέκαθεν ζώο αγωνιστικό, μέχρι θανάτου και εδώ αντιπροσωπεύει την αποφασιστικότητα  του αθλητή να νικήσει. Ανάμεσα στους δύο κίονες, γράφεται η Αθηνά με την ασπίδα της.  Στα κατοπινά χρόνια, στην ασπίδα βλέπομε χαραγμένο το ειδικό χαρακτηριστικό του κάθε αγγειοπλάστη το λεγόμενο ‘‘Επισημα’’. Και αυτό όπως είπαμε, είναι ειδικό και  δείγμα της χρονικής εναλλαγής των τεχνιτών. Καταγράφομε την “προτομή του Πήγασου”, αργότερα το “Γοργόνειο”. Ίσως εδώ και να ήτανε Γοργός το όνομα του δημιουργού. Ολόκληρο το όνομα του αγγειοπλάστη, για πρώτη φορά καταγράφεται μόλις το 375 περίπου       π.Χ. Έτσι αλλού διαβάζομε το  «ΒΑΚΧΙΟΣ ΕΠΟΙΕΣΕΝ»  ή το όνομα «ΚΙΤΟΣ» που πιθανολογείται να είναι και ο αδελφός του. Μερικές φορές διαβάζομε και το όνομα του Επώνυμου Άρχοντα*** της εποχής της συγκομιδής του λαδιού ή του αθλοθέτη ή και του αγωνοθέτη αργότερα.  Η στάση της Αθηνάς και ο τρόπος που κρατά την λόγχη και την ασπίδα, η θέση και ο προσανατολισμός,  μας παρέχουν  τη δυνατότητα κάποιου εποχιακού προσδιορισμού και χρονολογικής ομαδοποίησης.

Στο πίσω μέρος του φατνώματος, απεικονίζεται το αγώνισμα για το οποίο το έπαθλο προορίζεται:  Δρόμος  απλός ή  οπλιτόδρομος, επιμέρους αγωνίσματα του πεντάθλου,  αλτήρες, παγκράτιο, πυγμαχία, ιπποδρομίες κτλ.…

Στην πρώτη χρονική  περίοδο η όλη αγγειογράφηση είναι Μελανόμορφη (Σχήμα Α’), δηλαδή φιγούρες μαύρες σαν σκιές σε φόντο κεραμιδί. Οι λεπτομέρειες της φιγούρας, όπως τα μάτια  και τα αυτιά, είναι εγχάρακτα με οξύαιχμο εργαλείο που έδωσε τα μόνιμα χαρακτηριστικά στην απεικονιζόμενη μορφή… Αργότερα η δημιουργική τεχνοτροπία μάς δίνει το ‘‘Ερυθρόμορφο αγγείο’’ (Σχήμα Β’).  Εδώ  η φιγούρα είναι σχεδιασμένη στον ερυθροπήλινο καμβά με μαύρο περιβαλλόμενο φόντο. Αυτή η τεχνική δίνει το δικαίωμα απεικόνισης χαρακτηριστικών αναγνώρισης. Το απεικονιζόμενο θέμα, παύει να είναι μια επίπεδη σκιά αλλά έχει μια ζωντάνια στην μορφή   και στην κίνηση. Διακρίνομε από την αρχή του θεσμού και την αναγραφή  του σκοπού «ΤΟΝ ΑΘΕΝΕΘΕΝ ΑΘΛΟΝ». Η γραφή, στοιχηδόν ή κιονηδόν (οριζόντια ή κάθετα), κοντά στη μορφή της Αθηνάς ή ενίοτε και του Δία,  είναι έως το 337 π.Χ. Αττικής διαλέκτου, όπου ως γνωστόν από  τα φωνήεντα, μόνο Ε και Ο υπάρχουν.

Οι  αμφορείς για τους οποίους μιλάμε έχουν γίνει τις περισσότερες φορές από ανώνυμους μετά από κρατική παραγγελία. Ενίοτε όμως βρίσκομε και επώνυμα δημιουργήματα όπως με επιγραφές  «ΥΠΕΡΕΙΔΕΣ ΕΠΟΙΕΣΕΝ, Η ΑΝΔΡΟΓΕΝΟΥΣ»  όπου ο αγγειογράφος ήταν Αθηναίος πολίτης και εκ καταγωγής Έλληνας  αφού δηλώνεται και η γενιά του. ΄Αλλοτε όμως  είναι και αλλοδαπός, όπως «ΗΟ ΛΥΔΟΣ»  ή και Σικελός: «ΣΙΚΕΛΟΣ ΕΓΡΑΦΣΕΝ». Αναφέρεται και ο ονομαστός Επίκτητος προφανώς δούλος που είχε αποκτήσει την ελευθερία του. Περίφημος καλλιτέχνης υπήρξεν ο Ευφρόνιος, αλλά και ο “άγνωστος του Βερολίνου”, που τον λέμε έτσι γιατί το δημιούργημά του  κοσμεί αίθουσα μουσείου στο Βερολίνο. Ο πρώτος αμφορέας, Παναθηναϊκό έπαθλο που μπόρεσε να χρονολογηθεί με σχετική ακρίβεια, ήταν ένας του 530 π. Χ. και έφερε στην ασπίδα της Αθηνάς τις εγχάρακτες μορφές των τυραννοκτόνων Αρμοδίου και Αριστογείτονα.


Θα μου πείτε, γιατί ασχολήθηκα έτσι με αυτούς τους αμφορείς.΄Ισως γιατί ήθελα να ξαναθυμίσω κάτι που όλοι προφανώς ξέρομε· ότι αυτή η γή είναι δική μας γιατί μέσα της είναι θαμμένη  η ιστορία μας. Και σε κάθε  στιγμή ένα σπασμένο κεραμιδένιο απόκομμα αμφορέα που έρχεται   στην επιφάνεια, απαιτεί το σεβασμό μας. Που εμείς δυστυχώς τόσο εύκολα, μα τόσο εύκολα ξεχνάμε.                                                                      


––––––––––––––

*Για τους Ερμοκοπίδες θα αναφερθούμε σε άλλο άρθρο.

** Αμφορέας: απόγονός του ταπεινός,  είναι το αιγινήτικο κανάτι.

***Εκλεγμένος άρχοντας των Αθηναίων για ένα χρόνο. Δινει το όνομα του στη χρονιά, προετοιμάζει θρησκευτικές γιορτές,  ανακρίνει υποθέσεις οικογενειακού δικαίου.

Βοηθήματα

1) “Cohen”, Αθηναϊκή Δημοκρατία εκδ. Ειρμός 1992

2) Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Εκδοτικής Αθηνών

3) Αρχείο προσωπικό Γ.Λεωνιδάκη

4) Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρου Λαρούς Βριτάνικα

 


Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 306 επισκέπτες και κανένα μέλος